Ιστορικός - Συγγραφέας

Tὸ τελευταῖο κεράκι

Πηγή: 
Κόντρα

Υπάρχουν ἄνθρωποι, καλλιτεχνικὰ καὶ πνευματικὰ ἔργα ποὺ γερνοῦν χωρὶς νὰ... γερνοῦν. Μιὰ ἐνδεικτικὴ περίπτωση εἶναι τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ποὺ γερνάει... ἀγέραστο! Διατηρεῖ, παρὰ τὴ μακρὰ του ἡλικία, ἕνα νεανικὸ σφρίγος ποὺ τὸ κάνει σὲ κάθε ἐποχὴ νὰ παρουσιάζει μιὰ θαυμαστὴ ἀλκή. Λὲς καὶ ὑπάρχει σ’ αὐτὸ μιὰ μαγικὴ πρίζα ποὺ τὸ συνδέει μὲ κάποια ζωτικὴ πηγὴ ἐνέργειας. Κάθε φορὰ ποὺ ἐντρυφῶ σὲ κάποιο κείμενο ἑλληνικὸ παλαιικό (ὄχι ἀπαραιτήτως ἀρχαῖο), μοῦ ἔρχεται στὸ νοῦ ὁ ὑπέροχος στίχος τοῦ Σέλλεϋ «ἡ λαχτάρα τῆς νυχτοπεταλούδας γιὰ τ’ ἄστρα». Ναὶ, ὅ,τι γέννησε τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα στὴ μακρὰ ἱστορικὴ του περιπέτεια μοιάζει μὲ τὴν ἀστροφεγγιὰ θερινῆς νυκτός. Μιὰ ἀστροφεγγιὰ ποὺ σὰν μαγνήτης ἑλκύει τὸ πνεῦμα μας πρὸς τὸν οὐρανὸ. Δὲν ὑπάρχει ναὸς ματαιοδοξίας στὸν ἑλληνικὸ στοχασμό. Κάθε σκέψη ὑποτάσσεται στὴν ἀρχὴ τοῦ μέτρου, ἔτσι ποὺ νὰ μὴ χαλάει ποτὲ ἡ διανοητικὴ ἁρμονία. Εἶχα γνωρίσει κάποτε ἕνα σημαντικὸ στοχαστὴ καὶ δὲν ἐπεδίωξε διασημότητα διὰ τῆς κραυγῆς. Σὲ κάθε συνάντησή μας εἶχε νὰ μοῦ κάνει μιὰ τεκμηριωμένη ἐπιστημονικὴ ἀνακοίνωση καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς του εἶχε μία χροιὰ ἀξιολογικὴ, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὰ λεπτά γυαλιὰ του ἔλαμπαν κάτι μάτια πανέξυπνα ἀλλὰ καθαρὰ χωρὶς ἴχνος ὑστεροβουλίας. Μὲ φώτιζε, δὲν μὲ θάμπωνε. Ἦταν ἔνας γνήσιος τύπος ὡραίου Ἕλληνα. Ὁ λόγος του ἦταν σὰν ὁμιλοῦσα ζωγραφιὰ. Πρόσεχε πολὺ τὴ ραψωδία τῆς φόρμας καὶ τὴ μουσικὴ τῶν φωνητικῶν χρωμάτων. Στόμφος ποτέ. Καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση ὑποψία κρυψιβουλίας. Ὅσο διαυγὴς ὁ λόγος, τόσο διαυγεῖς καὶ οἱ προθέσεις του.

Κάποτε τοῦ ἔθεσα ἕνα ζήτημα περὶ τέχνης, ὅπως αὐτὴ πλασάρεται στὸν παρόντα καιρό. Ἦταν ἀπόλυτα κατηγορηματικός: Πρόκειται, μοῦ εἶπε, περί χολλλυ­γουντιανῆς παράνοιας. Ἕνα τσοῦρμο ἀτάλαντων καὶ στεγνῶν ἀπό αἰσθήματα ἀνθρώπων, θὰ ἄφηναν ὄνομα σὰν ἐπιδειξιομανεῖς διακοσμητές, προβάλλονται σὰν ζωγράφοι ἤ γλύπτες. Τὰ ἔργα τους, ποὺ φιλοξενοῦνται σὲ πινακοθῆκες καὶ σαλόνια, θὰ εἶχαν τὴν πρέπουσαν θέση σὲ χώρους ἀπορριμμάτων. Δὲν παράγουν οὔτε προάγουν τὴν τέχνη. Ἐκτὸς κι ἄν μιλᾶμε γιὰ προαγωγὴ εἰς... πορνεία. Ἀντίθετα, ἡ ἑλληνικὴ καλλιτεχνικὴ δημιουργία ἀπὸ τὴ βαθειὰ ἀρχαιότητα ὥς τὰ νεώτερα χρόνια ἔχει κάτι ἀπίστευτα κοντινὸ σὰν νὰ μᾶς χωρίζει μιὰ κουρτίνα φωτὸς. Σήμερα δυστυχῶς ἔχουμε μετατρέχει ὅλες τὶς ἐκφράσεις τῆς ζωῆς σὰν κάτι ποὺ μοιάζει μὲ χώρα μακρινὴ ἀπ[ο ὅπου ἔχουμε σαλπάρει πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση. Ἔχουμε ἀρνηθεῖ τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ χάθηκε τὸ ἑλληνικὸ τραγούδι ποὺ γιὰ μιὰ εἰκοσαετία κυριαρχοῦσε σὲ ὅλο τὸν πλανήτη; Πολλοὶ μιλοῦν μειωτικὰ γιὰ τὴ δεκαετία τοῦ ’50. Μπορεῖ τότε νὰ εἴμαστε φτωχοὶ σὲ λεφτὰ ἀλλ’ εἴμαστε πλούσιοι σὲ πνευματικὲς καὶ καλλιτεχνικὲς δημιουργίες. Ἡ γενιὰ μου πείνασε τὸ φαγητὸ ἀλλὰ χόρτασε τραγούδι. Σήμερα τὸ παραγόμενο στὴν Ἑλλάδα τραγούδι εἶναι σὰν τὸν καφὲ ποὺ προσφέρεται σὲ πλαστικὸ ἤ χάρτιν ποτήρι.

Δὲν εἶχα λόγους νὰ διαφωνήσω. Ἐξ ἄλλου ἔχω πειστεῖ ὅτι ἔχουμε πάρει διαζύγιο ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Διαζύγιο ἀπὸ τὴν ἑλληνικότητὰ μας. Διαζύγιο ἀπὸ τὴν ἐνημέρωση. Ἀκόμη καὶ οἱ προβαλλόμενοι σὰν ἐπίσημη –τώρα– ἱστορία δὲν εἶναι ἀξιόπιστη πηγὴ γνώσης. Ἔτσι ὁ λαὸς μας ἔχει περιπέσει σὲ ἕνα εἶδος ὑπνωτικῆς καταληψίας. Ἡ ἐμπορευματοποίηση τῆς αἴγλης τοῦ δημιουργεῖ τὴν ψευδαίσθηση μιᾶς ἐξυψωμένης πραγματικότητας, ἐνῶ πρόκειται περὶ εὐτελοῦς χθαμολότητας. Ἔτσι ἀμέριμνα βυθιζόμαστε στὸ χάος τοῦ μηδενὸς, ὅπως ὁ «Τιτανικὸς» στὸν ὡκεανό, σὰν νὰ ἔχουμε ἀπόλυτη πίστη στὴν πίστη τοῦ παραδείσου. Μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ ντύσουμε τὸν ἑαυτό μας μ’ ἕνα στρῶμα γοητείας, ἀστραφτερὴ σὰν τὴ στολὴ τοῦ ταυρομάχου. Τὸ «ἔνδον κάλλος» παραθεωρεῖται.

Ὅλα στὴ χώρα μας λειτουργοῦν ἀσυντόνιστα, χωρὶς τὴ συμμετρία τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Κι ὅμως ἀκοῦμε κάτι περίεργους ἤχους ποὺ θυμίζουν ὀρχήστρα ὅταν κουρδίζει τὰ ὄργανά της. Νὰ ἐλπίσουμε ὅτι θὰ ἔρθει ἡ ὥρα μιᾶς καλῆς μουσικῆς συμφνωνίας; Ἄς κρατήσουμε αὐτὴ τὴν ἀμυδρὴ ἐλπίδα. Δὲν πρέπει νὰ μείνουμε ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο, ὄχι ὅμως αὐτὸν ποὺ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν πραγματικὴ ζωὴ, ἀλλὰ τὸ χρόνο ποὺ θὰ γευόμαστε κάθε του στιγμὴ χωρὶς νὰ μᾶς σκιάζει καμμιὰ ἀνησυχία γιὰ τὸ αὔριο. Ἄς μάθουμε νὰ ζοῦμε καὶ πάλι ἑλληνικά. Καὶ στὴ δικὴ μου ἐκτίμηση τὸ «ζῆν ἑλληνικὰ» σημαίνει: Δὲν ὑπάρχει πιὸ ὡραῖο πρᾶγμα στὸν κόσμο ἀπὸ ἕνα ὄμορφο πράγμα. Κι ὄμορφο πράγμα μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας στίχος ἤ μία δοξαριὰ σὲ βιολί. Ἡ ὀμορφιὰ δὲν εἶναι πάντα ἀκριβὴ. Ἕνα παράδειγμα εἶναι ἐνδεικτικό: Κάποτε οἱ οἰκιστικοὶ χῶροι στὸν τόπο μας εἶχαν μιὰ ἁρμονικὴ γραμμὴ, μιὰ ἁπαλή χάρη ποὺ ἔτερπε καὶ ξεκούραζε τὸ βλέμμα μας. Ξαφνικὰ ὅλα χάλασαν καὶ ἐπικράτησε μιὰ νεοπλουτικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ποὺ θαμπώνει χωρὶς νὰ θέλγει. Καὶ διερωτῶμαι: Δὲν θὰ ἦταν δυνατόν ἡ ἀνθρώπινη στέγαση –ἀκόμη καὶ οἱ ἐργατικὲς πολυκατοικίες– νὰ γίνει ὀμορφότερη μὲ χαμηλό κόστος; Γιατὶ ἡ ἀσχήμια νὰ πληρώνεται τὀσο ἀκριβὰ, ὅπως τὰ σχισμένα ἤ τριμμένα πανταλόνια τῶν νέων; Χρειαζόμαστε περισσότερο ἑλληνικό φῶς γιὰ νὰ ἰσορροπήσουμε καὶ νὰ σταθεροποιθοῦμε. Ἄς μὴ σβήσουμε καὶ τὸ τελευταῖο κεράκι.