Ιστορικός - Συγγραφέας

Ὁ Γιάννης καὶ τὸ κέδρο

Πηγή: 
Κόντρα

Το σωστο εἶναι ἡ κέδρος, ἐνῶ κέδρον σὲ οὐδέτερο γένος εἶναι ὁ κυπαρισσοειδὴς καρπὸς του. «Κέδρος θηλυκῶς τὸ δένδρον, κέδρον δὲ οὐδετέρως ὁ καρπὸς», γράφει μεσαιωνικὸς γραμματικὸς. Στὴ δημώδη γλῶσσα χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη κατ’ ἀρσενικὸ (ὁ κέδρος) καὶ κατ’ οὐδέτερον γένος (τὸ κέδρο). Φημισμένη ἀπὸ τὴν ἀρχαιτότητα ἦταν ἡ κέδρος τοῦ Λιβάνου. Στὴν Ὀδύσσεια διαβάζουμε: «Τηλόθε δ’ ὀδμὴ κέδρου τ’ εὐκέατοιο θύου τ’ ἀνὰ νῆσον ὀδώδειν» (ε, 60). Δηλαδή, μακριὰ σὲ ὅλο τὸ νησὶ ἐμύριζε ἡ εὐωδιὰ τῆς εὐκολόσχιστης κέδρου.

Ἡ κέδρος ἀπαντᾶ σπανιώτατα στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔχει μεταφερθεῖ διὰ τῶν κυμάτων ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Φοινίκης ἤ τῆς Ἀφρικῆς. Τὰ κύματα, δηλαδή, ἔφεραν τὸν καρπὸ της σὲ κάποια ἑλληνικὴ ἀκτὴ καὶ ὅπου ὁ καρπὸς βρῆκε ἔδαφος κατάλληλο φύτρωσε, πῆρε μορφὴ θάμνου καὶ σπανιώτατα δέντρου. Ὅπου «δεντρώθηκε» ἔγινε καμάρι τῆς περιοχῆς.

Δύο περίπου χιλιόμετρα νοτίως τοῦ Λαυρίου βρίσκεται ὁ θαυμάσιος ὅρμος τῆς Πουνταζέζας, ἀλλιῶς Πάνορμος, μιὰ θαυμάσια ἀκρογιαλιὰ ποὺ στολίζεται μὲ μιὰ πυκνὴ σειρὰ ἀπὸ ἁρμυρίκια. Ἀριστερὰ πρὸς τὴ βραχώδη ἀκτὴ βρίσκεται μικρὸς καὶ κλειστὸς αἰγιαλὸς καὶ πάνω ἀπὸ αὐτὸν, σὰν στέγαστρο, κυριαρχεῖ μία τεράστια κέδρος, πραγματικό μνημεῖο τῆς φύσης, πολύκλαδη καὶ πολύβλαστη ποὺ μὲ τὸ πυκνὸ φύλλωμά της καλύπτει μιὰ ἔκταση 200 τ.μ. καὶ μὲ τὴν παχιὰ σκιὰ της δίνει στὸ θαλασσινὸ νερὸ μιὰ ὑποπράσινη ἀπόχρωση σὰν αὐτὴ ποὺ ἔχουν κάποιες ἑλβετικὲς λίμνες ἤ πολυτελεῖς πισίνες. Δυστυχῶς, ἡ κέδρος αὐτὴ ἐπὶ χρόνια πολλὰ χρησίμευε ἀνευλαβῶς σὰν κρυψώνας σκουπιδιῶν καὶ κάθε λογῆς ἀπορριμμάτων. Δύο κάδοι δὲν ἀρκοῦσαν γιὰ ὅλο τὸν ὄγκο τῶν σκουπιδιῶν τῶν πέριξ παραθεριστικῶν οἰκιῶν. Μοιραῖα τὰ σκουπίδια, χύμα ἤ σὲ πλαστικοὺς σάκκους, μαζεύονταν κάτω ἀπὸ τὰ κλαδιὰ τῆς κέδρου ποὺ εἶχε γίνει φιλόξενη φωλιὰ ἑνὸς πλήθους γιγάντιων ποντικῶν. Ὁμηρικὲς μάχες διεξάγονταν καθ’ ἑκάστην ἀνάμεσα σὲ δεκάδες (κάποτε ἔφθασαν τὶς 70) γάτες, σκύλους καὶ εὐμεγέθεις ποντικούς. Συχνὰ εἴχαμε καὶ χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις κάποιων ἐπὶ εἰδικοῦ ὀχήματος ἐπιβαινόντων, οἱ ὁποῖοι ἔσχιζαν τὶς σακκοῦλες γιὰ νὰ βροῦν –Κύριος οἶδε– κάτι πολύτιμο. Τὸ θέαμα ἦταν οἰκτρό. Συχνά, ὅταν κάποιοι ἀσυνείδητοι πετοῦσαν μέσα στὴν πυκνή συστάδα κάποια ψόφια γάτα, βρόμαγε ὅλη ἡ περιοχὴ.

Ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου ἔγινε ἕνα μικρὸ θαῦμα. Σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν κέδρο ἔχει τὴν μόνιμη κατοικία του ὁ πολυταξιδεμένος φίλος μου Γιάννης Γκιώνης. Τὸν χειμῶνα εἶναι ὁ μοναδικὸς κάτοικος τῆς Πουνταζέζας. Τὸν ἔχω βαφτίσει Πουνταζεζάρχη, ὄχι γιὰ τὴ σταθερὴ ἐκεῖ ἐπὶ δεκαετίες παραμονή του ἀλλὰ γιατὶ φροντίζει τὸν ὄρμο σὰν παιδὶ του. Αὐτὸς ἔβαλε τὶς σημαδοῦρες (ὅριο γιὰ τοὺς κολυμβητὲς), τὶς «δέστρες» γιὰ διάφορα σκάφη, αὐτὸς μὲ ἕναν τηλεβόα εἰδοποιεῖ κάποιους «σκαφάκηδες» ποὺ εἰσορμοῦν στὸν κόλπο σὰν τρελοί, αὐτὸς καθάρισε καὶ τὴν νεώτερη κόπρο τοῦ Αὐγείου καὶ λύτρωσε τὴν περιοχὴ ἀπὸ τὴ βρομιὰ καὶ τὴν χιλιόχρονη κέδρο ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο μιᾶς πυρκαϊᾶς. Γιὰ νὰ τὸ πράξει αὐτὸ πέρασε «τοῦ λιναριοῦ τὰ πάθη». Ὑπόμνημα στὸν Δῆμο, ὑπόμνημα στὴν Ἀστυνομία, ὑπόμνημα στὸ Δασαρχεῖο, ὑπόμνημα στὴν Περιφέρεια Ἀν. Ἀττικῆς, ὑπόμνημα στὸν Συνήγορο τοῦ Πολίτη. Ἴσως ξέχασα ἄλλες πέντε ὑπηρεσίες. Τὶ ζητοῦσε; Νὰ μεταφερθοῦν οἱ κάδοι καὶ αὐτὸς μὲ δικὴ του δαπάνη νὰ ξεβρομίσει ὅλο τὸ χῶρο, ποὺ ἀπέχει 50 μέτρα ἀπὸ ἕναν ἀρχαιολογικό χῶρο. Σχημάτισε ἕναν ὀγκώδη φάκελο ποὺ περιελάμβανε τὴ σχετικὴ ἀλληλογραφία. Μὲ τόσα χαρτιὰ ἔφτιαχνες βιβλίο. Κάποτε δόθηκε ἡ ἔγκριση. Ὅταν ἐπέστρεψα ἀπὸ ἕνα δεκαήμερο ταξίδι καὶ πῆγα νὰ κάνω τὶς τελευταῖες μου βουτιὲς στὰ βράχια τῆς Πουνταζέζας, ἦλθε ὁ Γιάννης καὶ μὲ κάλεσε νὰ περπατήσουμε λίγο πάνω στὸ δρόμο. Καὶ τὶ νὰ δῶ! Στὴ θέση τῶν κάδων εἶχε φυτρώσει ἕνα κομψὸ κτίσμα σὲ σχῆμα Π ἀλλὰ μὲ κοντὰ πόδια, κατάλευκο καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τρεῖς μεγάλες γλάστρες μὲ ἀκανδώθη φυτά (προσφορά μιᾶς ἐρίτιμης κυρίας). Δύο ὡραῖες πινακίδες (Ἀπαγορεύεται ἡ ρίψη σκουπιδιῶν καὶ τὸ κόψιμο κλάδων) καὶ ὁλικὴ κάθαρση παντὸς εἴδους ρύπου. Καὶ σκέπτομαι: Νὰ τὶ μποροῦμε νὰ κάνουμε, ἄν ὅλοι ἔχουμε τὴν εὐαισθησία τοῦ Γιάννη.