Ιστορικός - Συγγραφέας

Ἱστορικά διδάγματα

Πηγή: 
Κόντρα

Μερικοi ἱστορικοὶ, ἴσως καὶ γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσουν, προβαίνουν σὲ κάποιες ἀνατρεπτικὲς διαπιστώσεις, ποὺ ὁμολογουμένως ἐμβάλλουν σὲ σκέψεις τὸν ἀναγνώστη, ποὺ, ὅταν δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καταρτισμένος, σχηματίζει μιὰ θολὴ ἀντίληψη γιὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα. Ἄς μιλήσω συγκεκριμένα. Εἶχα προχωρήσει στὴ δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου μου «Μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ Ἄνθρωπος Φαινόμενο» (ἐκδ. Περί Τεχνῶν), ὅταν διάβασα, μᾶλλον ξαναδιάβασα, τὸ βιβλίο τοῦ Ἰταλοῦ ἱστορικοῦ Ἴντρο Μοντανέλλι γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἐπεσήμανα δύο σημεῖα. Στὸ πρῶτο ὁ ξένος ἱστορικὸς παρατηρεῖ: «Ἐνῶ ὁ Ἀλέξανδρος ὀνειρευόταν τὴ διάδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, αὐτὸς (δηλαδὴ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς) βρισκόταν στὴ δύση του. Ἡ λογοτεχνία ἀργοπέθαινε μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς κακοῦ ὑποπροϊόντος τῆς ρητορικῆς τοῦ Δημοσθένη, τοῦ Αἰσχύνη καὶ τῶν ὑπολοίπων. Ἡ τραγωδία εἶχε πεθάνει καί στὴ θέση της ὑπῆρχε τώρα μιὰ φτηνὴ κωμωδία δίχως ἀξία...». Πολλοὶ ἱστορικοὶ εἶναι ἀφιλοσόφητοι καὶ κοντόθωροι. Βλέπουν τὰ πράγματα στατικὰ ἤ περιοριστικά. Δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ ὅτι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουν ἀκμὴ καὶ παρακμὴ εἶναι θερμοκρασία τῆς ἱστορίας. Αὐτὸ ποὺ κάποιοι ὀνομάζουν παρακμὴ εἶναι ἁπλούστατα ἀλλαγὴ ἤ μεταβολὴ. Πιθανῶς τὸ κέντρο βάρους τῆς ἱστορίας νὰ ἔχει μετατοπισθεῖ. Ἔτσι στὰ μετὰ τὸν Άξέξανδρο χρόνια ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς θάλλει καὶ ἀκμάζει ἐπὶ 1.000 περίπου χρόνια στὰ ἑλληνιστικὰ κέντρα τῆς Ἀνατολῆς μὲ πολιτιστικὲς ἐκφράσεις ἄλλης μορφῆς, κυρίως ἐπιστημονικὲς. Ἀλλ’ οὔτε ἡ κυρίως Ἑλλὰς ἔσβησε πολιτιστικά. Νέες φιλοσοφικὲς τάσεις δημιουργοῦνται (Στωικοί, Ἐπικούριοι), ἐνῶ οὐδέποτε ἔπαυσε ἡ καλλιτεχνικὴ δημιουργία. Ἡ ἀκμὴ τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ Ἀδριανοῦ εἶναι μέγα ἱστορικὸ κεφάλαιο. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ Ὀλυμπιείου καὶ τὸ Ἀδριάνειο ὑδραγωγεῖο ἦσαν μέγιστα ἔργα.

Ὁ ἴδιος ἱστορικὸς, ὁ Ἴντρο Μοντανέλλι, κάνει καὶ ἕναν ἀνάλογο ἀφορισμὸ γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο. «Ἦταν ἕνας μετεωρίτης, γράφει. καὶ ὅπως ὅλοι οἱ μετεωρίτες, φώτισε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸν οὐρανὸ κι ὕστερα ἔσβησε πέφτοντας στὸ κενὸ, χωρὶς ν’ ἀφήσει τίποτε τὸ δημιουργικό». Ὁ καλοπροαίρετος ἀναγνώστης δικαιολογημένα ἀπορεῖ: Ὅλος αὐτὸς ὁ «ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος, μέγας», δὲν βγῆκε, δὲν προέκυψε «ἀπ’ τὴν θαυμάσια πανελλήνια ἐκστρατεία, τὴν νικηφόρα, τὴν περίλαμπρη, τὴν περιλάλητη, τὴν δοξασμένη ὡς ἄλλη δὲν δοξάστηκε καμμιὰ, τὴν ἀπαράμιλλη», ὅπως γράφει ὁ πάντα μετρημένος στὰ λόγια του Κων/νος Καβάφης; Ἀπὸ ποῦ προέκυψε ἡ «ποικίλη δρᾶσι τῶν στοχαστικῶν ἐπιστημῶν» καὶ πῶς ἡ «Κοινὴ Ἑλληνικὴ Λαλιὰ» ἔφθασε «ὥς μέσα στὴν Βακτριανὴν (...) ὥς τοὺς Ἰνδοὺς»; Ἡ παγκόσμια συγκίνηση ποὺ προκλήθηκε κατὰ τὶς προπέρσινες ἀνασκαφὲς στὴν Ἀμφίπολη μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι μιὰ ἐσαεὶ ζῶσα παρουσία. Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ παγκόσμιου κοινοῦ πάλι θὰ ξαναφουντώσει, ἄν φύγει τὸ φερμουάρ ἀπὸ τὸ ἀνασκαφικὸ ἔργο. Ἡ Ἀμφίπολη δὲν εἶπε τὴν τελευταία λέξη.

Ἄς ἔλθουμε τώρα καὶ σὲ κάτι διδακτικό: Πάντα ἀποροῦσα κατὰ τὰ πρῶτα διδακτικὰ χρόνια μου γιατὶ στὶς πρῶτες γυμνασιακὲς τάξεις οἱ παλαιοὶ σοφοὶ παιδαγωγοὶ εἶχαν ἐντάξει τὸν «Ὑπὲρ ἀδυνάτου» καὶ τὸν «Κατὰ σιτοπωλῶν» λόγους τοῦ Λυσία. Οἱ λόγοι ἦσαν πολλοί. Ἀφήνω κατὰ μέρος τὰ γραμματικὰ καὶ συντακτικὰ φαινόμενα καὶ στέκομαι στὰ καθαρῶς παιδαγωγικά. Μὲ τὸν «Ὑπὲρ ἀδυνάτου» οἱ μαθητὲς μάθαιναν ὅτι πρῶτοι οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν ἐφαρμόσει πολιτικὴ κοινωνικῆς πρόνοιας μὲ χορήγηση εἰδικοῦ ἐπιδόματος στοὺς ἀναπήρους. Μὲ τὸν «Κατὰ τῶν σιτοπωλῶν» μάθαιναν πὼς ὅποιος συμπολίτης τους τολμοῦσε σὲ καιροὺς δυσχειμερίας νὰ ἀποκρύψει γιὰ νὰ πετύχει ὕψωση τιμῶν τὸ πολύτιμο σιτάρι, μὲ ἄλλα λόγια νὰ κάνει μαύρη ἀγορὰ, τὸ τίμημα γι’ αὐτὸν ἦταν θάνατος. Ἄν τὸ πολίτευμα τῆς δημοκρατίας εὐδοκίμησε, καὶ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, στὴν Ἀθήνα, τοῦτο ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ ἀθηναϊκὴ δημοκρατία ἦταν μιὰ πάρα πολύ αὐστηρὴ δημοκρατία. Βέβαια συνέβαινε ποῦ καὶ ποῦ κάποια ἀδικία. Ἀλλὰ οἱ Άθηναῖοι εἶχαν τὴν ἄποψη ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ τιμωρηθεῖ ἕνας ἀθῶος παρὰ νὰ μὴν ἐπιβληθεῖ νόμος. Μὲ τὸ νὰ τιμωρηθεῖ –ἔστω μὲ θάνατο– ἕνας ἀθῶος, δὲν χάνεται ἡ πολιτεία, μὲ τὴ μὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου χάνεται καὶ παραχάνεται. «Λυθέντων τῶν νόμων καὶ ἑκάστῳ δοθείσης ἐξουσίας ὅ τι βούλεται ποιεῖν, οὐ μόνον ἡ πολιτεία οἴχεται, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ πᾶς τῶν ἀνθρώπων βίος ἡμῶν τοῦ τῶν θηρίων οὐδὲν ἂν διενέγκαι», ἔλεγε ὁ Δημοσθένης. Δηλαδή, ἄν καταλυθοῦν οἱ νόμοι καὶ στὸν καθένα δοθεῖ ἐξουσία νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, τότε ὄχι μόνον τὸ πολίτευμα καταλύεται ἀλλ’ οὔτε ἡ σύνολη ζωὴ τῶν ἀνθρώπων θὰ διέφερε σὲ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν θηρίων (Ἄς σημειωθεῖ καὶ τούτο: Τὸ 1967 ἡ φράση τοῦ Δημοσθένη καὶ μάλιστα καθ’ ὑπαγόρευση εἶχε μπεῖ ὡς θέμα ἐκθέσεως στὴ Σχολὴ Εὐελπίδων!).

Καὶ κάτι ἄλλο ποὺ δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν οἱ τωρινοὶ: Ὁ μόνος τρόπος νὰ εἶναι κανεὶς πονηρὸς εἶναι νὰ μὴν... εἶναι! Παλιὰ καὶ τώρα πόλεις καὶ κράτη ἐφάρμοζαν καὶ ἐφαρμόζουν τὴν τακτικὴ τῆς ὑποτιμήσεως ἤ τῆς νοθείας τοῦ νομίσματος. Ἡ Ἀθήνα, ὡς πρὸς αὐτὸ, ἐφάρμοσε πολιτικὴ τιμιότητας. Οὐδέποτε κιβδήλωσε τὸ νόμισμὰ της. Πάντα ἡ δραχμὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ ἕναν στατῆρα σιτάρι. Τὸ ἴδιο ἔπραξαν καὶ οἱ αὐτοκράτορες τῆς Κων/πόλεως. Ὥς τὴν ἐποχὴ τῆς δυναστείας τῶν Ἀγγέλλων (ποὺ μόνο ἄγγελοι δὲν ἦσαν) τὸ «σολδίον» ἦταν ἀνόθευτο καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει ὀνομασθεῖ «Δολλάριο τοῦ Μεσαίωνα». Ἡ νόθευση ἦταν προανάκρουσμα τῆς πρώτης πτώσεως (1204).