Ιστορικός - Συγγραφέας

Ἐπάνοδος στὸ Ἡσιόδειο μυαλό

Πηγή: 
Κόντρα

Οταν Ημουν σὲ ἡλικιακὴ ἀκμὴ δὲν σκεπτόμουν ποτὲ τὸν θάνατο, παρόλο ποὺ ἡ ζωὴ μου δὲν ἦταν ἀκίνδυνη. Σὲ κάποια μεταγενέστερη φάση τὸν φοβόμουν. Τώρα ἁπλῶς τὸν περιμένω. Κάποτε-κάποτε ἀναπολῶ τὸν παλαιότερο καιρὸ. Χωρὶς νὰ νοσταλγῶ. Κοιτάζω πίσω τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν. Μοιάζουν μὲ βιβλία ἀραδιασμένα σὲ ράφι. Ὄχι πάντοτε μὲ τάξη. Τὸ πάθος τῆς δουλειᾶς δὲν μου ἐπέτρεψε ἕνα «συγύρισμα». Κι αὐτὸ τὸ πάθος δὲν λέει νὰ λιγοστέψει. Φοβᾶμαι πὼς, ἄν σταματήσω τὴ δουλειά, θὰ παραδοθῶ σὲ ὀμφαλοσκοπήσεις.

Θὰ μοιάζω μὲ κάποια παιδιὰ, ποὺ ἀνακάλυψαν σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ πὼς δὲν ὑπάρχει Ἅγιος Βασίλης. Καὶ δὲν ἐννοῶ τῶν Ἅγιο τῶν ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ τὸν Ἅγιο τῶν δώρων καὶ τῶν βιτρινῶν. Πολλοὶ μοῦ λένε ὅτι ἦλθε ὁ καιρὸς νὰ ξεκουραστῶ. Εἰλικρινὰ δὲν τὸ κατανοῶ. Γιὰ μένα ξεκούραση καὶ συνάμα ἀπόλαυση ἦταν καὶ εἶναι ἡ δημιουργικὴ δράση –ὄχι πάντοτε ἡ διδακτικὴ καὶ ἡ συγγραφικὴ. Στὴ νεότητὰ μου ὑπῆρχε καὶ ἡ θηρευτικὴ, ἀργότερα καὶ ἡ κηπευτικὴ δράση, τὴν ὁποία –ἀλλὰ μετρίως – συνεχίζω νὰ ἀσκῶ. Τὶ ὡραιότερο δῶρο θὰ μποροῦσα νὰ προσφέρω σὲ κάποιους ἐκλεκτοὺς φίλους ἀπὸ ἕνα βαζάκι ἐλιὲς δικής μου παραγωγῆς καὶ παρασκευῆς;

Δὲν ξέρω κατὰ πόσο ἀληθεύει τὸ λεγόμενο ὅτι ὁ Ἰω. Μεταξᾶς, ἐνόψει τοῦ πολέμου, συνιστοῦσε νὰ φυτεύουμε πατάτες στίς... γλάστρες! Ἀλλὰ κι ἄν δὲν ἀληθεύει, γιατὶ νὰ μὴν τὸ κάνουμε νὰ ἀληθεύει; Τὸ θεωρῶ ντροπὴ νὰ τρῶμε ὄσπρια καὶ κηπευτικὰ εἰσαγωγῆς. Φέτος θὰ προχωρήσω σὲ μιὰ πρωτοποριακὴ μαρουλοφύτευση καὶ κρεμμυδοφύτευση σὲ μιὰ ἔκταση 2 τετραγωνικῶν μέτρων. Πιστεύω ὅτι θὰ δημιουργήσω ἕνα κηπευτικό θαῦμα. Καὶ μὲ αὐτὸ ἐννοῶ ὅτι θὰ ξεχνῶ ὅτι ἦλθε καιρὸς τῶν γηρατειῶν. Ἔτσι δὲν θὰ μουρμουρίζω θλιμμένα τοὺς περίφημους στίχους τοῦ ἀείμνηστου Πέτρου Κυριακοῦ: «Νὰ ’χεις καὶ γεράματα/βρὲ μυστήρια πράγματα»! Ὁ ἀείμνηστος φίλος Γ. Π. Δράκος, ποὺ διαβάζοντας τὰ ἄρθρα μου στὸν «Οἰκονομικὸ» πίστευε ὅτι εἶμαι οἰκονομολόγος, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιχειρηματικὴ δράση, ἔγραψε ἕνα βιβλίο μὲ τίτλο –ἄν θυμᾶμαι καλὰ– «Ἀγαθὸν τὸ γῆρας». Μὲ ποιὰ ἔννοια τὸ ἔφαγε αὐτὸ; Ἀσφαλῶς δὲν ἔπλεκε ὕμνο στὰ γηρατειὰ. Σημειώνω, ὅμως, ὅτι ὁ ἄνθρωπος στὴν τρίτη ἡλικία, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ἐπαγγελματικὲς ὑποχρεώσεις, μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ σὲ ἔργα ποὺ τὰ εἶχε μεράκι ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν  μποροῦσε νὰ πραγματοποιήσει –λόγῳ πολλαπλῶν ἐνασχολήσεων– στὴ νεανικὴ καὶ ὥριμη ἡλικία του. Πιὸ συγκεκριμένα, νὰ ἐπιδοθεῖ στὸ διάβασμα καὶ στὴ συγγραφή. Θυμᾶμαι τὸν ἱδρυτὴ τοῦ «Μινιὸν» ποὺ πῆρε δίπλωμα φιλολογίας σὲ ἡλικία –νομίζω– 85 ἐτῶν! Ὅταν ἔγραφα τὸ βιβλίο μου «Ἀλεξανδρούπολη -Μιὰ νέα πόλη μὲ παλιά ἱστορία», γιὰ ἄντληση πληροφοριῶν γνωρίστηκα μὲ ἕναν ἄνθρωπο τότε 92 ἐτῶν ποὺ εἶχε ἕνα θαυμάσιο λαχανόκηπο. «Μοῦ δίνει ζωὴ», μοῦ εἶπε ὁ ἀείμνηστος Ζήβελδης. Ἀλλὰ καὶ ἡ καλλιεργημένη γῆ ἦταν τὸ ἀντίδωρο ποὺ προσέφερε ὁ σεμνὸς καλλιεργητής.

Δὲν ξέρω πῶς θὰ ἐπιπλεύσουμε ὡς κρὰτος μέσα στὸν ὀργισμένο ὠκεανὸ τῶν νόμων τῆς ἀγορᾶς οὔτε προτίθεμαι νὰ ἀντιπαρατεθῶ πρὸς τὶς θεωρίες τοῦ πολυφημισμένου Μίλτον Φρίντμαν. Ξέρω μόνο πῶς μποροῦμε νὰ ἐπιβιώσουμε σὰν ἄτομα ἤ σὰν οἰκογένεια. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας μου, ἤμουν στὴν ἀρχὴ τῶν σπουδῶν μου. Παρότι εἶχα μπεῖ μεταξύ τῶν πρώτων στὴ Φιλοσοφική, δὲν μοῦ δόθηκε ὑποτροφία γιὰ εὐνόητους λόγους. Ὁ πατέρας μᾶς ἄφησε χωρὶς σύνταξη. Καὶ τότε ἡ δυναμικὴ Μάνα εἶπε: «Θά ζήσουμε καὶ θὰ συνεχίσεις τὶς σπουδές σου». Σὲ μιὰ ἐλάχιστη ἔκταση γῆς στὸ Αἰγάλεω (τότε Μπαρουτάδικο) δημιουργήσαμε μιὰ πλήρη οἰκονομική μονάδα: Κότες, κουνέλια, περιστέρια, κότες, μιὰ κατσίκα κι ἕνας μικρός λαχανόκηπος. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ζήσαμε ἀξιοπρεπῶς ἀλλὰ σὲ ἡμέρες ἑορτῶν «φιλεύαμε» καὶ κάποιους συγγενεῖς. Καὶ βγῆκα ἀπὸ τὴ Σχολὴ χωρὶς νὰ χάσω ἔτος, παρόλο ποὺ ἐργαζόμουν καὶ ὡς ἐμποροϋπάλληλος στὸ ξακουστὸ κατάστημα τοῦ Σπ. Κολλάρουστὴ Σταδίου. Μὲ ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ πῶ ὅτι γῆ μας εἶναι λυτρωμὸς. Μᾶς τὰ δίνει ὅλα, ἄν τὴν φροντίσουμε μὲ ἀγὰπη. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοῶ νὰ γυρίσουμε στὸ Ἡσιόδειο ἄροτρο, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσουμε Ἡσιόδειο μυαλό.