Ιστορικός - Συγγραφέας

Τὸ παράδειγμα τῶν ψαράδων

Πηγή: 
Κόντρα

Ο καποτε σπουδαῖος –προσωπικά καὶ σήμερα τὸν θεωρῶ σπουδαῖο– διηγηματογράφος μας Δημοσθένης Βουτυρᾶς, ποὺ εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ σιδηρουργὸς στὸν Πειραιᾶ, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ διηγήματὰ του ἀναφέρει τὰ ἀκόλουθα: Πέθανε κάποτε ἕνας λαϊκὸς καὶ γραφικὸς τύπος τοῦ Πειραιᾶ ποὺ εἶχε τὴ συμπάθεια ὅλων τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἄφησε χρήματα γιὰ νὰ τοῦ γίνει μιὰ εὐπρεπὴς κηδεία. Καὶ τότε ὁ λαϊκὸς κόσμος τοῦ λιμανιοῦ συγκέντρωσε ἕνα μεγάλο ποσό καὶ ἔγινε στὸν ἐπὶ ζωῆς φουκαριάρη μιὰ κηδεία τόσο ἐντυπωσιακὴ ποὺ ξεπερνοῦσε σὲ μεγαλοπρέπεια τὴν κηδεία ποὺ ἔκανε γιὰ τὴ σύζυγὸ του ὁ σπουδαῖος δήμαρχος Ρετσίνας. Τὸ περιστατικὸ δὲν εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας τοῦ Βουτυρᾶ. Εἶναι πραγματικό. Ὅπως διαβάζω στὸ βιβλίο «Περασμένα κι ἀλησμόνητα» (ἔκδοση 1938) τοῦ Πειραιώτη δημοσιογράφου καὶ δικηγόρου Ἄγγελου Κοσμῆ, ζοῦσε κάποτε στὸν Πειραιᾶ ἀλλὰ μὲ στέκι τὴν πλατειὰ Προβλήτα, ὅπου ἄλλοτε ἡ περίφημη Τρούμπα (βαθύ πηγάδι μέ τρόμπα), ἕνας περίεργος τύπος, ποὺ λεγόταν Σινάνης. Ὁ ἐν λόγῳ Σινάνης ἦταν γυιὸς τῆς Ὀθωνίστρας, ποὺ ἦταν γνωστὴ γιὰ τὰ πολλὰ δακτυλίδια ποὺ φοροῦσε. Ὁ φτωχός Σινάνης ζοῦσε, κάνοντας τὸν μεταφορέα. Κουβαλοῦσε τὰ ψώνια διαφόρων νοικοκυραίων στὰ σπίτια καὶ ἦταν ὑπὸ τὴν προστασία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγορᾶς, κυρίως τῶν ψαράδων. Ὅλη τὴν ἡμέρα κουβαλοῦσε ψώνια καὶ ὅσα χρήματα συγκέντρωνε τὰ ξόδευε στὶς ταβέρνες τῆς ἀγορᾶς πίνοντας κρασί, κυρίως γιὰ λόγους φθήνιας τὸ λεγόμενο «βιδάνιο». Ἡ λέξη εἶναι εἶναι ἰταλικὴ καὶ, προκειμένου γιὰ τὸ κρασί, σημαίνει τὴν ποσότητα ποὺ μάζευαν οἱ ταβερνιάρηδες ἀπὸ τὰ ποτήρια τῶν πελατῶν τους. Προκειμένου γιὰ χαρτοπαικτικές λέσχες, τὸ βιδάνιο ἔχει τὴ σημασία τῆς «γκανιότας», δηλαδή τοῦ ποσοῦ ποὺ εἰσπράττει ὁ λεσχιάρχης ἀπὸ τὸν κερδίσαντα.

Ἀλλ’ ἄς ἐπανέλθουμε στὸν Σινάνη. Λόγῳ τῆς πολλῆς οἰνοποσίας ἔπεφτε σὲ ἀναισθησία καὶ τότε τὸν μετέφεραν στὸ περίφημο Περιβολάκι, ὅπου ἔπαιρνε ἕναν ὑπνάκο σ’ ἕνα παγκάκι, ξεμεθοῦσε καὶ τὸ πρωί ἦταν ἕτοιμος νὰ ξαναρχίσει τὸ κουβάλημα. Ὅπως γράφει ὁ Κοσμῆς, ἦταν τιμιώτατος καὶ δὲν ἔλειψε ποτὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ψώνια. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ χαμοζωὴ τὸν ἔφθειρε καὶ πέθανε ἐνωρίς. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀγορᾶς ἀνέλαβαν νὰ τὸν κηδεύσουν. Ἀλλὰ ὅπως πάλι γράφει ὁ Κοσμῆς, «δέν ἐδέχοντο οἱ παπάδες νὰ τὸν ψάλουν, διότι δὲν εἶχαν νὰ περιμένουν ἀμοιβή». Καὶ τότε ἔκανε τὸ θαῦμα της ἡ λαϊκὴ ἀλληλεγγύη. Οἱ ψαράδες, ποὺ τὸν εἶχαν ὑπό τὴν προστασία τους, ἔκαναν ἔρανο, συγκέντρωσαν ἕνα μεγάλο ποσὸ καὶ τοῦ ἔκαναν κηδεία ἀρχοντική. Κάλεσαν κι ἕνα δεσπότη νὰ τὸν ψάλει, ἔντυσαν μὲ πένθιμα κρέπια τὰ φανάρια τῆς Ἀγορᾶς, κάλεσαν ἀκόμη καὶ τὴ δημοτική ἀρχή. Ἔτσι ὁ Σινάνης ἀπόλαυσε στὸ θάνατό του τιμὲς ποὺ δὲν εἶχε ἀπολαύσει στὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἡ κηδεία του θεωρήθηκε τὸ γεγονὸς τῆς ἐποχῆς. Φτιάχτηκε μάλιστα κι ἕνα τραγουδάκι ποὺ λεγόταν στοὺς κύκλους τῆς Ἀγορᾶς καὶ εὐρύτερα σέ ὅλο τὸν Πειραιᾶ:

«Νάνι-νάνι, νάνι-νάνι

τοῦ καημένου τοῦ Σινάνη,

ὕπνον ἥσυχο νὰ κάνει...».

Καὶ ἀσφαλῶς ὁ αἰώνιος ὕπνος τοῦ καημένου τοῦ Σινάνη θὰ ἦταν ἥσυχος, γιατὶ δὲν εἶχε κανέναν ἄνθρωπο ποτὲ του βλάψει. Καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐκτιμοῦσαν τὴν ἀγαθότητὰ του αὐτὴ. Καὶ τοῦ ἔκαναν κηδεία μεγαλοπρεπή, γιὰ νὰ μποῦν στὸ μάτι κάποιων μεγαλομανῶν ποὺ νομίζουν ὅτι μὲ μιὰ ἐπιβλητικὴ κηδεία ἀνοίγει ὁ δρόμος τοῦ Παραδείσου. Καὶ ξεχνοῦν, κάνοντας τὸ χρῆμα σκοπὸ ζωῆς, ὅτι τὰ σάβανα δὲν ἔχουν τσέπες. «Οὕτε ἡ κάσα κοτσαδόρο», ὅπως ἔλεγε μάστορας στὸν ὁποῖο ἐμπιστευόμουν τὸ αὐτοκίνητὸ μου. Μέ αὐτὰ θέλω νὰ πῶ ὅτι σὲ τοῦτο τὸν δύσκολο καιρὸ πρέπει νὰ βάλουμε μυαλό. Νὰ μή μᾶς τρώει τὸ «ταμάχι», δηλαδὴ ἡ ἀπληστία, ποὺ εἶναι μιά ἄλλης μορφής ληστεία. Κάποιοι θησαυρίζουν μέσα στὴ μαύρη δυστυχία, ὅπως οἱ μαυραγορίτες στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς. Νομίζουν πὼς εὐτυχοῦν, ὅταν ἄλλοι –καὶ μάλιστα πολλοὶ– δυστυχοῦν. Μά αὐτὴ ποὺ περισσότερο δυστυχεῖ εἶναι ἡ χώρα μας ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ στοιχειώδεις ἀπαιτήσεις τῶν πολιτῶν της. Τοὺς ὁποίους ξεζουμίζει κυριολεκτικά, ὅταν οἱ ἄλλοι γεμίζουν τὸ «κεμέρι» τους ὄχι πάντα μὲ ἔντιμα λεφτά. Δὲν λέω νὰ πράξουν ὅ,τι ἔπραξαν οἱ ψαράδες γιὰ τὸν καημένο τὸν Σινάνη. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ πράξουν εἶναι ἁπλό: Νὰ ἀνοίξουν τὸ κεμέρι τους καὶ νὰ βοηθήσουν τὸ κράτος, ὅπως ἔκαναν παλαιὰ οἱ ἐθνικοὶ εὐεργέτες. Γιατί, ἄν ἡ χώρα διαλυθεῖ, θὰ διαλυθοῦν καὶ αὐτοί. Ὁ  Ἀριστοτέλης ἦταν σαφής: «Ἀναιρουμένου τοῦ ὅλου οὔκ ἐστι ποῦς οὐδὲ χεῖρες». Ὅταν χαθεῖ τὸ σῶμα, δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ χέρια καὶ γιὰ πόδια.