Ιστορικός - Συγγραφέας

Τὰ κενὰ δοχεῖα

Πηγή: 
Κόντρα

Σε γενικες γραμμὲς κανένας Ἕλληνας δὲν θέλει τὸ καλὸ τοῦ ἄλλου Ἕλληνα καὶ ὅλοι μαζὶ δὲν θέλουμε τὸ καλὸ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅμως ὅλοι σχεδὸν παραπονοῦνται ὅτι γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ τοὺς πλήττουν ἀτομικὰ φταίει ἡ... Ἑλλάδα! Τὸ «φταίω ἐγὼ» ἤ «ἔχω εὐθύνη κι ἐγὼ» εἶναι φράσεις ἄγνωστες στὸ λεξιλόγιο τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα. Πάντα φταῖνε οἱ ἄλλοι. Καὶ πιὸ εἰδικὰ: Φταῖνε οἱ πολιτικοὶ καὶ, φυσικὰ, πιὸ πολὺ ἡ ἑκάστοτε κυβέρνηση. Λὲς καὶ τοὺς πολιτικοὺς τοὺς γέννησε ἡ γῆ καὶ δὲν γεννήθηκαν ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς κάλπης. Λὲς καὶ ἡ ψῆφος μας δὲν εἶναι τὸ σπέρμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγαίνει ἡ φύτρα τῶν πολιτικῶν. Λὲς καὶ εἶναι ἄγνωστος λόγος ἡ παροιμία «Ὅ,τι σπείρεις, θὰ θερίσεις». Τὸ νὰ ἐπαναλάβω γιὰ πολλοστή φορὰ τὸν Ἰσοκράτειο λόγο «Τὸ τῆς πόλεως ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσι», μοῦ ἔχει γίνει ἐξαιρετικὰ ἀνιαρὸ. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ νὰ ὑπενθυμίσω τὸν περίφημο λόγο τοῦ Τζὼν Κέννεντυ: «Μὴν ρωτᾶς τὶ κάνει τὸ κράτος γιὰ σένα, ἀλλὰ τὶ κάνεις ἐσὺ γιὰ τὸ κράτος». Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὡραῖα συνθήματα τοῦ Γαλλικοῦ Μάη ἦταν καὶ τὸ ἑξῆς: «Τὸ κράτος εἶσαι σὺ· ἀπόδειξε το»! Γίνε νόμος ἐσὺ, ἀλλὰ πρῶτα στὸν ἑαυτὸ σου. Κι ἀκόμα μὴ ζητᾶς ἀπὸ τὸ κράτος νὰ σοῦ δώσει ὅ,τι μπορεῖς ὁ ἴδιος νὰ δημιουργήσεις. Κι ἄν δὲν μπορεῖς νὰ καθαρίσεις τοὺς δρόμους καὶ τὶς παραλίες ἀπὸ τὰ σκουπίδια, τουλάχιστον σ’ αὐτὰ μὴν προσθέτεις καὶ τὰ δικά σου. Διότι στὴν πρόσθεση αὐτὴ βάζεις καὶ τὸν ἑαυτό σου.

Ἡ δικὴ μου πολιτικὴ πρόταση ποὺ δὲν ἐκφράστηκε μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὅλη ἐπαγγελματικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση μου ἦταν καὶ εἶναι νὰ μὴ ζητῶ τίποτε ἀπὸ τὸ κράτος, (ποὺ τὸ βρίσκω ἀφόρητα ἀνιαρὸ) ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου. Τὸ κράτος τὸ ὑπηρετῶ (δὲν θὰ πῶ ἀγογγύστως), χωρὶς νὰ μὲ ὑπηρετεῖ σὲ τίποτα. Ὡστόσο ἔνιωθα ὅτι, παρὰ τὶς ὅποιες ἀδυναμίες του, χωρὶς αὐτὸ, θὰ γινόταν στὴ χώρα μας χαμός. Θὰ ξαναγυρίζαμε στὴν ἐποχὴ τῶν Ρετζαίων, ὅπου κάποτε οἱ ληστὲς αὐτοὶ ἦσαν πιὸ... κράτος ἀπὸ τὸ κράτος στὴν Ἤπειρο. Τὸ «τὶ κάνει τὸ κράτος γιὰ μένα» εἶναι τὸ σαράκι ποὺ μᾶς ἔφαγε κατὰ τὴ μεταπολιτευτικὴ περίοδο. Τὸ κράτος-πρόνοια ἔγινε τὸ κράτος-νταντὰ καὶ οἱ πολίτες αἰώνια μωρά. Ποὺ ὅλα τὰ περίμεναν καὶ τὰ περιμένουν ἀπὸ τὸν κρατικὸ κορβανά. Ἀλλ’ ὅποιος λαὸς ἐθίζεται στὸ νὰ τρέφεται μὲ τὸ κρατικὸ μπιμπερὸ γίνεται λαὸς νωδὸς, δηλαδὴ, χωρὶς δόντια λαὸς. Ἐπὶ πλέον κάποτε –γιὰ νὰ δοῦμε Θεοῦ πρόσωπο– πρέπει νὰ τερματισθεῖ ἡ τακτικὴ τῆς κατεργαριᾶς ποὺ διαχέεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ. Τὸ νὰ κολλᾶ δηλαδὴ ἕνας φιλόδοξος νεανίας σὲ κάποιο πρόσωπο ἰσχυρὸ καὶ νὰ γίνεται γύρω του κισσός. Ὁ νεανίας αὐτὸς, ὅσο κι ἄν φθάσει ψηλὰ, δὲν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσει καμμιὰ ἰδέα, καμμιὰ ἀξία μὲ ἐλατήρια ἁγνὰ. Θὰ ἔχει διαμορφώσει προσόντα ἀνθρώπου γιὰ θέση ἀλλ’ ὄχι γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ θέσεις, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ κάποιες ὑψηλὲς ἀρχὲς. Ἡ δῆθεν προσήλωσή του σὲ κάποια ἰδέα ὑπηρετεῖ ἕνα φθηνὸ καριερίστικο σκοπὸ: Νὰ ἔλθει κοντὰ σὲ ἀνθρώπους μὲ θέση γιὰ ν’ ἀποκτήσει κι αὐτὸς κάποια θέση. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ λέγεται ἐπιτυχία ἀλλὰ κάνει τὴ ζωὴ φθηνὴ ὡς ἀξία. Καὶ τὸ χειρότερο: Χάνουν καὶ οἱ θέσεις –ὅσο ὑψηλὲς– τὴν ἀξία τους. Ὁ μεγάλος Ἀϊνστάιν, ποὺ κατέκτησε τὴν ἐπιτυχία μὲ τὴν ἀξία του, συνιστοῦσε στοὺς νέους: «Γίνετε ἄνθρωποι τῆς ἀξίας καὶ ὄχι τῆς ἐπιτυχίας. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀξίας προσφέρει περισσότερα καὶ ἀπολαμβάνει λιγώτερα. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐπιτυχίας προσφέρει λιγώτερα καὶ ἀπολαμβάνει περισσότερα». Κάνοντας, λοιπὸν, ἰδανικὸ ζωῆς τὴν ἐπιτυχία, τὴν μὲ κάθε μέσο ἐπιτυχία, ἐπὶ 40 καὶ πλέον χρόνια προσφέρουμε περισσότερα στὸν ἑαυτό μας καὶ λιγώτερα στὸν τόπο. Ποὺ μαράζωσε σὰν οἰκονομικὴ καὶ πολιτιστικὴ ὀντότητα. Καὶ μετὰ ἀγανακτοῦμε καὶ δυσφοροῦμε καὶ ὑποκριτικὰ ἀποροῦμε καὶ ἐρωτοῦμε: «Τὶ κάνει ἡ Ἑλλάδα;», ἐνῶ ἀποφεύγουμε νὰ ἐρωτήσουμε τὸν ἑαυτό μας: «Ἐσὺ τὶ ἔκανες γιὰ τὴν Ἑλλάδα;». Ἔτσι στὴ συνείδηση πολλῶν ἀνερμάτιστων νεαρῶν ἡ Ἑλλάδα λειτουργεῖ σὰν ἰδέα-πατσαβούρα!

Κάπου στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται ἡ εὐθύνη ὄχι μόνο τῶν νέων ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιῶν. Σὲ παλαιὸ βιβλίο μας διδακτικὸ γράφαμε ὅτι ἡ εὐθύνη μας ἔγκειται στὸ νὰ κατασκευάζουμε εἴδωλα. Γιατὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ περνοῦσαν σὰν ἄνθρωποι ἐπιτυχημένοι καὶ δὲν θὰ εἶχαν καθιερωθεῖ ἄνθρωποι κούφιοι καὶ ἐπιφανειακοὶ, ἄν ἐμεῖς οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ λαὸ, τὴν κοινὴ γνώμη, τὴν κοινὴ συνείδηση, δὲν εἴμαστε τόσο μικροί, ὥστε νὰ παρασυρόμαστε ἀπὸ τὴ διαφήμιση, τὰ μέσα μαζικῆς ἐπιρροῆς καὶ τοὺς ἐπιδεικτικοὺς τρόπους ζωῆς καὶ νὰ θεοποιοῦμε ἀνθρώπους ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση εἶναι χρυσὲς μετριότητες. Ἄς μάθουμε, ἐπὶ τέλους, νὰ δυσπιστοῦμε πρὸς τοὺς ἐντυπωσιακοὺς ἀνθρώπους, πρὸς τὰ ἠχηρὰ ὀνόματα καὶ τοὺς ἠχηροὺς τίτλους διδασκόμενοι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μὲ τόση σοφία ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι: «Τὰ κενὰ δοχεῖα ἠχοῦν περισσότερο». Στοὺς νέους, ποὺ βρίσκονται στὴν ἀφετηρία τῆς ἐπαγγελματικῆς τους σταδιοδρομίας, πέφτει ἡ μεγάλη εὐθύνη νὰ γίνουν ἄνθρωποι ἀξίας καὶ ὄχι μιᾶς μάταιης καὶ ἀπατηλῆς ἐπιτυχίας. Ἔτσι θὰ ὑψώσουν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀνύψωση αὐτὴ θὰ ἔλθει καὶ ἡ δικὴ τους ἀνύψωση. Ἄν ἡ Ἑλλάδα μαράζωσε, εἶναι γιατὶ ξεχάσαμε ὅτι ὑπάρχει πρωτίστως καὶ αὐτὴ καὶ νομίσαμε ὅτι ὑπάρχουμε μόνον ἐμεῖς καὶ ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἕνας μεγάλος μαστὸς ποὺ πρέπει διὰ βίου νὰ μᾶς γαλακτοτροφεῖ.