Ιστορικός - Συγγραφέας

Συνταγὴ ἐπιτυχίας

Πηγή: 
Κόντρα

ΝΕΟΣ «φανατικὸς γιὰ γράμματα», ὅπως θὰ τὸν ἔλεγε ὁ Κων/νος Καβάφης, μὲ ἐρώτησε μεσοῦντος τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ μιὰ ἐκδήλωση ὅπου θὰ μιλοῦσα γιὰ τὴν Ἄννα Συνοδινοῦ, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ διακριθεῖ στὸ χῶρο τῆς ἑλληνικῆς διανοήσεως. Πρῶτον, τοῦ εἶπα, νὰ γράφεις ἐπιθετικὰ ἐναντίον τῶν μὴ ἐχόντων θέση –ἀλλὰ θέσεις– καὶ κολακευτικὰ γιὰ τοὺς ἑκάστοτε ἰσχύοντες. Ἔτσι θὰ βρεῖς κάποια θέση καὶ ἀπὸ θέσεως ἰσχύος θὰ ὁμιλεῖς καὶ φυσικὰ ὁ λόγος σου θὰ μετρᾶ σὲ ὅσους ἔχουν τὴν ἀνάγκη σου. Ἀκόμη νὰ μετέρχεσαι ἕνα ἐπιτηδευμένο, ἐσκεμμένα ἀσαφὲς εἶδος λόγου, τάχα ὑπαινικτικοῦ, τάχα νυκτικοῦ (ἀπὸ τὸ νύσσω=τρυπῶ), τελικὰ ὅμως νυστακτικοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια νὰ χρησιμοποιεῖς μία φράση, ποὺ ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀρχαῖος Ποσειδώνιος, βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὰ λογικὰ σχήματα («Τὸ λογοειδὲς ἐκβεβηκυῖα»). Ἡ σαφήνεια καὶ ἡ εὐκρίνεια στὸ λόγο καὶ στὴν σκέψη εἶναι ὅροι ἀκατάλληλοι γιὰ τὴν ἐπιτυχία. Τὰ ἔπη τῆς ἐπιτυχίας πρέπει νὰ προσομοιάζουν μὲ τοὺς λόγους ποὺ ὁ Ἀριστοφάνης ὀνόμαζε «τριβολεκτραπέλους» (Νεφέλαι, 1003), δηλαδὴ λόγους πολύπλοκους, ἀνιαρούς, ἀλλὰ ὄχι δύσκολους. Καὶ αὐτὸ γιὰ ἕναν ἁπλούστατο ὅρο: Πρέπει νὰ στεροῦνται νοήματος. Καὶ μόνον ὅταν χρειαστεῖ (κι αὐτὸ νὰ γίνεται συχνὰ) νὰ ὑβρίσεις ἤ νὰ συκοφαντήσεις, πρέπει νὰ εἶσαι σαφὴς. Τότε, ἄλλωστε, ἀποκαλύπτεις τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό σου.

Ἡ περίπτωση τοῦ Εὐρυκλέους ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη στοὺς «Σφῆκες» (1019) εἶναι ἐξαιρετικὰ διδακτική. Λέγει ὁ μεγάλος κωμικός: «Μιμησάμενος τὴν Εὐρυκλέους μαντείαν καὶ διάνοιαν, ἐς ἀλλοτρίας γαστέρας ἐνδὺς κωμωδικὰ πολλά (ἔπη) χέασθαι». Μὲ ἄλλα λόγια, πρέπει νὰ μιμηθεῖ κανείς τὶς μαντεῖες καὶ τὶς σκέψεις τοῦ Εὐρυκλῆ, ἑνὸς διάσημου ἐγκαστρίμυθου τῆς ἐποχῆς ποὺ εἰσχωροῦσε σὲ ξένες γαστέρες γιὰ νὰ κενώσει μέσα σ’ αὐτὲς πολλὲς δικὲς του κωμικὲς ἰδέες. Μὲ μιὰ διαφορὰ: Ὁ νὲος ποὺ φιλοδοξεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸν μανδύα τῆς ἐπιτυχίας στὸν ἐπίσημο πνευματικό μας χῶρο (ἀπὸ ἐδῶ ὁ ὅρος «ἀποχωρητήριο»), ὅταν εἰσχωρεῖ σὲ ξένες γαστέρες, δὲν κενώνει μόνον τὶς δικὲς του κωμικὲς ἰδέες ἀλλὰ παίρνει καὶ ἀπὸ ἐκεῖ. Χρειάζεται ὅμως προσοχὴ. Οἱ ἰδέες αὐτὲς πρέπει νὰ εἶναι φανταχτερὲς καὶ κτυπητὲς, ὅπως ἕνας καλοστιλβωμένος καὶ ἠχηρὸς τενεκές. Ἔτσι θὰ ἐνισχύει σημαντικὰ τὸ ἰδεολογικὸ ὁπλοστάσιό του. Δὲν χρειάζεται νὰ νοιάζεται γιὰ τὴ σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ διανοημάτων του, ἔστω κι ἄν μοιάζουν μὲ λευκογραφία. Ἀρκεῖ τὸ μελάνι τῆς χολῆς νὰ φθάνει στὸ ἄκρο τῆς γραφίδας του.

Οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν σχηματίσει τὸ ρῆμα «βεργαΐζω» μὲ τὴ σημασία τοῦ ψεύδεσθαι ἀναισχύντως. Τὴ νύφη, ὅπως λέει λαὸς, τὴν πλήρωσε στὴν προκειμένη περίπτωση μιὰ πόλη τῆς Θράκης ποὺ λεγόταν Βέργη. Ἀπὸ τὴν πόλη αὐτὴ καταγόταν ὁ κωμικὸς ποιητὴς Ἀντιφάνης, ποὺ ἡ ἀσύστολη ψευδολογία του κατέστη περιώνυμη. Τὸ ἐλάττωμα τοῦ πολίτη τὸ φορτώθηκε ἡ πόλη του. Ὡστόσο, τὸ ψεύδεσθαι εἶναι ἀπαραίτητος προθάλαμος κάθε ἐπιτυχίας. Διότι οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι τρέφονται περισσότερο μὲ τὶς λέξεις παρὰ μὲ τὶς ἰδέες. Θέλουν καμπανάτο λόγο, κούφιο ἀπὸ νοήματα. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀληθολογοῦμε, ἀρκεῖ νὰ πολυλογοῦμε, ἔστω κι ἄν μωρολογοῦμε. Καὶ πάντα νὰ ἔχεις ὑπόψη σου, εἶπα στὸν φιλόδοξο νεαρὸ, ὅτι μεταξύ ὁμοτέχνων παρεμβάλλεται σὰν ὑπαρξιακὴ οὐσία ὁ φθόνος. Οἱ ἀρχαῖοι τὸ εἶχαν ἐκφράσει παροιμιακὰ μὲ τὸ κάποτε πολὺ γνωστὸ: «Κεραμεύς κεραμεῖ κοτέει». Δηλαδή, ὁ κεραμοποιὸς φθονεῖ τὸν ἄλλο κεραμοποιὸ. Ὅσο περισσότερο φθόνο διαθέτεις, τόσο ταχύτερα θὰ ἀνέβεις. Φυσικά, κανένας δὲν σοῦ ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ πέσεις. Ἀλλὰ κι ἄν πέσεις, δὲν πρόκειται νὰ φανεῖ κάποιο μέγεθος, ὅπως φαίνεται στὴν κολώνα τοῦ Ὀλυμπείου. Στὴν σύγχρονη Ἑλλάδα φθάνουν ψηλὰ ἄνθρωποι σὰν τὰ μπαλόνια, ἐπειδὴ εἶναι κούφιοι. Ὅταν χάσουν τὸν ἀέρα τῆς ἐπιτυχίας, πέφτουν στὸ ἔδαφος σὰν ζαρωμένη πέτσα. Ἡ τέτοια πτώση δὲν ἐπιδέχεται κανενὸς εἶδους λίφτινγκ. «Προσωπικὰ –κι ἔκλεισα τὴν συζήτηση μὲ αὐτὸ– δὲν εἶχα καμμιὰ ἀναγνώριση ἀπὸ τὴν πολιτεία καὶ τὴν ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα. Εἶχα ὅμως ἄφθονο φθόνο. Καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ καλύτερη ἀναγνώρισή μου». Ὁ νεαρὸς ἀπῆλθε σκεπτικός.