Ιστορικός - Συγγραφέας

Οἱ δύο Μαρίες

Πηγή: 
Κόντρα

Στις 27 Αὐγούστου τοῦ τρέχοντος ἔτους μὲ μιὰ μικρὴ συντροφιὰ βρέθηκα στὸ Σαντιάγκο ντὶ Κομποστέλλα, μιὰ πόλη ποὺ βρίσκεται στὸ Β.Δ. ἄκρο τῆς Ἱσπανίας, παγκοσμίως γνωστὴ, ἐπειδὴ, κατὰ τὴνπαράδοση, ἐκεῖ φυλάσσονται τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Πρεσβυτέρου, ἑνός ἀπὸ τοὺς 12 μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παράδοση λέγει ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἀφοῦ κηρύχθηκε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἰουδαία, ἔφθασε στὶς Β. περιοχὲς τῆς Ἱσπανίας. Ἀποβιβἀστηκε στὸ Παντρόν κι ἔμεινε 7 χρόνια στὴν Γαλικία καὶ ἀκολούθως προχώρησε ὥς τὴν Ἀραγωνία. Μετὰ ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου καὶ ἐμαρτύρησε τὸ 44 μ.Χ. Δύο μαθητές του, ἀφοῦ ταρίχευσαν τὸ σῶμα του, τὸ ἔβαλαν σὲ μιὰ πέτρινη βάρκα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰόπτη (Γιάφα) τὸ μετἐφεραν στὴν Ἰβηρικὴ χερσόνησο. Ἀποβιβάστηκαν καὶ πάλι στὸ Παντρόν καὶ τοποθέτησαν τὸ σκήνωμα τοῦ Ἀγίου σὲ μιὰ ἅμαξα τὴν ὁποία ἔσερναν δύο ταῦροι. Μετὰ ἀπὸ πορεία 5 ὡρῶν οἱ ταῦροι σταμάτησαν σὲ κάποιο μέρος καὶ ἐκεῖ οἱ μαθητὲς ἔθαψαν τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου. Σὲ αὐτὸ τὸ «ἐκεῖ» κτίστηκε ἡ μητρόπολη, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπιβλητικὰ κτίσματα τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης. Τὸ ὄνομα Κομποστέλλα προέκυψε ἀπὸ τὸ ἑξῆς περιστατικό. Μέσα στὴν ἀνεμοζάλη τῶν καιρῶν καὶ λόγῳ τῶν μαυριτανικῶν ἐπιδρομῶν ξεχάστηκε τὸ ποῦ εἶχε θαφτεῖ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Τὸν ἔνατο αἰῶνα ὅμως ἕνα ἀστέρι ἔδειξε σ’ ἕναν εὐλαβῆ μοναχὸ τὸ ποῦ βρισκόταν θαμμένος ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος. Ὁ τόπος αὐτὸς ἦταν σ’ ἕνα πεδινὸ σημεῖο (campus) καὶ ἐπειδὴ τὸ ἄστρο στὰ λατινικὰ λέγεται stella προέκυψε ἡ ὀνομασία Compostella. Στὴ θέση, ὅπου τὸ ἄστρο ἔδειξε τὸ σημεῖο ταφῆς, ὁ τότε βασιλιὰς τῆς Γαλικίας Ἀλφόνσος Β΄ ἔκτισε μιὰ βασιλικὴ, ἡ ὁποὶα σταδιακὰ, συνεχῶς ἐπεκτεινόμενη και ἀνυψούμενη, πῆρε τὴ σημερινὴ, ὀγκώδη καὶ μνημειακὴ διάσταση.

Προσωπικὰ ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν μὲ ἐντυπωσίασε καθόλου. Ἔχει ὄγκο ἀλλ’ ὄχι χάρη. Ὑπῆρξε καὶ παραμένει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ καθιδρύματα τῆς θρησκευτικῆς βιομηχανίας. Ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἰβηρικῆς, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας πορεύονταν μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ ἰερό λείψανο. Πιθανῶς στὸ παρελθὸν τούτη ἡ κοσμοσυρροὴ νὰ εἶχε κάποια εὐλάβεια. Ἴσως γιὰ κάποιους νὰ ἔχει ἀκόμη. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ «κάποιοι» χάνονται ἀπὸ τὴν πλησμονὴ κάποιων ποὺ κάνουν τὴν πεζοπορία σὰν ἄθληση ἤ σὰν περιήγηση, ἀφοῦ κατὰ μῆκος τῆς προσκυνηματικῆς ὁδοῦ ὑπάρχουν καταλύματα καὶ προσφέρουν φαγητὸ. Ὅταν φθάνουν στὴν Πλάθα ντ’ Ἐσπόνια ποὺ βρίσκεται πρὸ τοῦ ναοῦ, κρατώντας ἕνα εἰδικὸ ραβδί μὲ ἕνα κοχύλι στὴν ἄκρη («χτένι») ἀλαλάζουν, ξαπλώνουν κάτω, φωτογραφίζονται ἀτομικὰ καὶ ὁμαδικά. Δὲν εἶδα κανέναν νὰ κάνει τὸ σταυρὸ του ἤ νὰ δείχνει ἄλλο σημεῖο εὐλαβείας. Οἱ περισσότεροι μάλιστα, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἦσαν μὲ «καυτὰ» σορτς. Τῶν γυναικῶν μάλιστα ἦσαν τὸσο «καυτὰ» ποὺ θὰ ἔκαιγαν καὶ τὸν... Ἅγιο.

Ἦταν ἕνα γλυκὸ πρωϊνὸ ἐκεῖνο τὸ Σάββατο ποὺ πέρασα ἀνάμεσα στοὺς ξαπλωμένους πρὸ τοῦ ναοῦ προσκυνητές. Κάποιοι ἦταν ἀγουροξυπνημένοι. Ἀφοῦ ἔκανα ἕναν περίπατο στὰ πέριξ (ὁ ἥλιος ἤδη ἄρχισε νὰ καίει) βρέθηκα σ’ ἕνα μέρος σκιερὸ ἀπ’ ὅπου εἶχα σπουδαῖα θέα τῆς προσόψεως τοῦ ναοῦ. Τὴν προσοχὴ μου –χάρη στὶς ὑποδείξεις τοῦ σπουδαίου συνοδοῦ μας– τρἀβηξε ἕνα περίεργο «γλυπτὸ», φτιαγμένο ὄχι ἀπὸ πέτρα ἤ πηλὸ ἀλλὰ μᾶλλον ἀπὸ ἀκρυλικό. Τὸ ἐν λόγῳ ἔργο ἔδειχνε δύο κυρίες στὴν ὡριμότητὰ τους σὲ μιὰ στιγμὴ περιπάτου. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἐμβλήματα τῆς πόλης. Ἴσως τὸ νεώτερο. Φέρει τὴν ὀνομασία «Δύο Μαρίες». Φοροῦν μακρὺ παλτὸ μὲ ἔντονο χρωματισμό: Ἡ μιὰ κόκκινο καὶ ἡ ἄλλη μπλὲ. Καλύπτουν τὸ κεφάλι τους, ὄχι πλήρως, μὲ μαῦρο τσεμπέρι, καὶ ἡ μιὰ κρατεῖ στὸ χέρι ὀμπρέλλα μὲ ἔντονο μπλὲ χρῶμα ποὺ κόβεται ἀπὸ δύο παράλληλες μαῦρες γραμμές. Ἡ μιὰ κοιτὰει ἴσια, πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ ἄλλη στρέφει τὸ πρόσωπο πρὸς τὰ ἀριστερὰ μὲ τὸ ἴδιο εὐθύβολο βλέμμα. Ἡ ἱστορία τους εἶναι πολὺ συγκινητικὴ καὶ συνάμα διδακτικὴ. Οἱ δυὸ Μαρίες ἦσαν ἀδελφὲς (;) καὶ ἀσκοῦσαν τὸ ἐπάγγελμα τῆς μοδίστρας. Εἶχαν κι ἕναν ἀδελφὸ ποὺ κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἱσπανικῆς δημοκρατίας (1931-1936) ἦταν ἀναρχοσυνδικαλιστής. Ὅταν ἄρχισε ὁ Ἐμφύλιος (1936-1939) καὶ οἱ δυνάμεις τῆς Χούντας (ἡ λέξη εἶναι ἱσπανικὴ καὶ σημαίνει ὁμάδα, ἕνωση κ.ἄ.) κατέλαβαν τὸ Σαντιάγκο, ὁ ἀδελφὸς τῶν δύο γυναικῶν σκοτώθηκε, ἐνῶ οἱ δύο Μαρίες κακοποιήθηκαν βάναυσα. Οἱ ἐξαγριωμένοι ὀπαδοὶ τοῦ Φράνκο ἀσέλγησαν πάνω στὸ κορμὶ τους. Στὸ ἑπόμενο διάστημα οἱ δύο Μαρίες κλείστηκαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ σπιτικό τους. Κάποια στιγμὴ ἀποφάσισαν νὰ σπάσουν τὸν πάγο τῆς μονώσεως καὶ τῆς περιφρονήσεως. Καθὼς ἦσαν μοδίστρες ἔφτιαχναν φορέματα μὲ χρώματα δυνατὰ καὶ ἄρχισαν νὰ περιπατοῦν στοὺς δρόμους, κοιτάζοντας τὸν κόσμο τολμηρά. Σιγὰ-σιγὰ ὁ πάγος τῆς μονώσεως ἔσπασε. Καθὼς ἦσαν ἐπιδέξιες στὸ ράψιμο, ἄρχισαν νὰ ἔχουν πάλι πελατεία, ἡ ὁποία κι αὐτὴ φοροῦσε ἐνδύματα μὲ δυνατὰ χρώματα. Οἱ «Δύο Μαρίες» ἔγιναν σύμβολο ἀπελευθερωτικὸ γιὰ τὴν πόλη τοῦ Σαντιάγκο. Τὸ στίγμα τοῦ βιασμοῦ δὲν βάραινε αὐτὲς ἀλλὰ τοὺς βιαστὲς. Κάποτε –δὲν θυμᾶμαι πότε– ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ. Καὶ ἡ πόλη τοῦ Σαντιάγκο τὶς τίμησε μὲ τὴν ὡραία αὐτὴ κατασκευἠ. Ποὺ θέλγει κάθε ἐπισκέπτη νὰ θέλει μαζί τους νὰ φωτογραφηθεῖ. Μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ βγάλω φωτογραφία, γιατὶ ὥσπου νὰ πατήσω τὸ «κλίκ» κάποια μορφὴ εἰσχωροῦσε στὸ ὀπτικό πεδίο.

Ὅταν τελείωσε τὸ μακρό μου ταξίδι σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῶν βορείων ἀκτῶν τῆς Ἰβηρικῆς, ἡ κόρη μου, ποὺ τὶς εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρὸ ἐτῶν, μὲ ἐρώτησε, τὶ περισσότερο μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. «Ἄν ἐξαιρέσουμε, εἶπα, τὴν μαρτυρικὴ Γκερνίκα (Γκουέρνικα) μὲ ἐντυπωσίασε τὸ σύμπλεγμα μὲ τὶς δύο Μαρίες». – «Μὰ τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου;» – «Θαυμάζω, εἶπα, τὸ ἀρχιτεκτονικὸ μεγαλεῖο, μὰ πιὸ πολύ εὐλαβοῦμαι τὸ ψυχικό μεγαλεῖο». Ἄν ὑπῆρχε κηροδόχος θὰ ἄναβα στὶς Δύο Μαρίες κερί.