Ιστορικός - Συγγραφέας

Λόγος περὶ ἀριστείας

Πηγή: 
Κόντρα

Κάποιος πολυπικραμένος καὶ πικρόγλωσσος εἶχε πεῖ: «Ὅταν ἀρχίζουν νὰ σὲ τιμοῦν, σημαίνει ὅτι ἔχεις... πεθάνει»! Εἶναι μιὰ ἄποψη ποὺ μπορεῖ νὰ στέκει. Ἄποψη ὅμως –καὶ μάλιστα πολύ σοβαρὴ– εἶναι καὶ ἡ ἄλλη. Τὸ νὰ μὴ τιμᾶ μιὰ κοινωνία ἤ μιὰ πολιτεία (καὶ μ’ αὐτὸ ἐννοοῦμε τὸ κράτος) αὐτοὺς ποὺ κάτι ἔχουν προσφέρει στὸ σύνολο, εἶναι προμήνυμα παρακμῆς. Αὐτὸ τὸ εἶχαν συνειδητοποιήσει οἱ πρόγονοί μας (ἄν βέβαια ἐπιτρέπεται ἀκόμη νὰ λέμε τοὺς Ἀρχαίους, προγόνους μας) μὲ τὴν καθιέρωση ἐπάθλων, ὅπως ὁ κότινος (=κλαδί ἀγριελιᾶς) γιὰ τοὺς νικητὲς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων. Ὁ Περικλῆς στὸν ἐπίλογο τοῦ «Ἐπιταφίου» διατυπώνει μιὰ περισπούδαστη φράση: «Ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖσδε καὶ ἄριστοι πολιτεύουσιν ἄνδρες». Δηλαδή, ἐκεῖ ὅπου τιμᾶται μὲ μεγάλα βραβεῖα ἡ ἀρετὴ, ἐκεῖ δροῦν ὡς πολίτες ἄριστοι ἄνδρες. Ἡ ἀριστεία, δηλαδή ἡ ἀπόδοση τιμῶν στοὺς ἀρίστους, εἶναι μοχλὸς τῆς προόδου γιὰ μιὰ κοινωνία. Διότι ἀνάμεσα στοὺς πολίτες γεννιέται ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα νὰ θέλουν ὅλοι νὰ διακριθοῦν, νὰ ξεχωρίσουν, νὰ ὑπερτερήσουν, βέβαια μὲ εὐγενῆ καὶ ἔντιμα μέσα. Αὐτὸ σημαίνει ἅμιλλα. Ἀντίθετα, ἡ ἔλλειψη ἀριστείας γεννᾶ τὴν πικρία καὶ συνακολούθως τὴν ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος γιὰ προσφορά. Ὁπότε στὸ κοινωνικὸ σύνολο διαχέεται τὸ πνεῦμα τῆς aurita mediocritas, δηλαδὴ τῆς χρυσῆς μετριότητας.

Ἀλλὰ «ἡ χάρη θέλει ἀντίχαρη», λέει ὁ λαὸς μας. Ὅταν τιμᾶ κάποιον ἡ κοινωνία καὶ ἡ πολιτεία, πρέπει ὁ τιμώμενος νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἀνάγκη μιᾶς περαιτέρω προσφορᾶς, τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράσει κάποιες εὐχαριστὶες ἤ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν τιμοῦν. Βέβαια στοὺς καιροὺς ποὺ ζήσαμε καὶ στοὺς καιροὺς ποὺ ζοῦμε ἡ εὐγνωμοσύνη θεωρεῖται κάτι ξεπερασμένο. Ὁ  Ἰωσήφ Στάλιν μάλιστα εἶχε πεῖ ὅτι «ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι ἰδιότητα τῶν σκύλων». Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Τὸ παράδειγμα τοῦ σκύλου εἶναι ἐξόχως διδακτικό. Γι’ αὐτὸ καὶ πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες πρὸς ὅσους μᾶς τιμοῦν, γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε κατώτεροι ἀπό τὰ συμπαθητικὰ τετράποδα.

Ὁ  Ὅμηρος στὴν Ἰλιάδα τοποθέτησε στὸ στόμα τοῦ Γλαύκου, ποὺ στάθηκε ἀντίπαλος ἀπέναντι στὸν Διομήδη, τὴ συμβολή-ὑποθήκη ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του, ὅταν αὐτὸς ἔφευγε γιὰ τὸν πόλεμο: «Αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων» (Ζ 208). (=Πάντοτε νὰ ἀριστεύεις καὶ νὰ εἶσαι ὑπέρτερος τῶν ἄλλων). Ἄς ἐλπίσουμε καὶ ἄς εὐχηθοῦμε τούτη τὴ φράση σὲ προσεχῆ καιρὸ νὰ μὴν τὴν ποῦμε σὲ συνθῆκες πολέμου. Πρέπει ὅμως νὰ τὴ λέμε διαρκῶς καὶ σὲ συνθῆκες εἰρηνικῆς ζωῆς, ποὺ δυστυχῶς σπάνια ὑπῆρξε –καὶ χωρὶς πόλεμο– εἰρηνικὴ. Οἱ Λατίνοι εἶχαν πεῖ: «Vita militia est» (=Ἡ ζωὴ εἶναι πολεμικὴ ἐπιχείρηση). Συχνά, καὶ τὸ βλέπουμε σήμερα αὐτὸ στὴ λύσσα τῶν πολυεθνικῶν, ὅπου ἰσχύει τὸ παροιμιακὸ «τὸ μεγάλο ψάρι τρώει τὸ μικρὸ», εἶναι ἀπαραίτητο νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ πνεῦμα τῆς ἅμιλλας στὴ νέα γενιὰ γιατὶ αὔριο θὰ ἀντιπαλαίψει μὲ θεριά. Δὲν χρειάζεται ὁ κακοήθης ἀνταγωνισμός. Διότι αὐτὸς ὁδηγεῖ στὸν ἀλληλοσπαραγμό. Ὅταν ὁ νέος θὰ ἀναπτύξει σὲ ὑψηλὸ βαθμὸ τὰ προσόντα του, θὰ διακριθεῖ στὸ τομέα ὅπου ἐπιθυμεῖ. Πρέπει κάθε νέος νὰ κατανοήσει ὅτι ἔχει μιὰ ὁφειλὴ πρὸς τὸ κράτος. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικαλεῖται δικαιώματα, χωρὶς ἀνάληψη εὐθυνῶν, χωρὶς ἐπωμισμὸ καθηκόντων. Τὸ καθῆκον προηγεῖται πάντοτε τοῦ δικαιώματος. Ἄκουγα πρὸ καιροῦ ἕναν μεγάλο ἐφοπλιστὴ μὲ τεράστια κοινωφελῆ προσφορὰ νὰ λέει στὸ ἀκροατήριο: «Τὸ κράτος δὲν μᾶς χρωστάει τίποτα. ἐμεῖς χρωστᾶμε στὸ κράτος». Πρέπει ὅμως καὶ τὸ κράτος νὰ τιμᾶ πρεπόντως καὶ δεόντως αὐτοὺς ποὺ ἀριστεύουν ὅταν προσφέρουν, γιὰ νὰ γεννᾶ στοὺς πολίτες τὴν ἅμιλλα τῆς προσφορᾶς. Ἔτσι παράγεται πρόοδος καὶ ὄχι κακομοιριὰ.