Ιστορικός - Συγγραφέας

Λαύριο: Ἱστορίες κατοχικῆς πείνας (α)

Πηγή: 
Κόντρα

Καθε φορὰ ποὺ πήγαινα στὴν Πάτρα –καὶ πήγαινα συχνὰ κατὰ τὴν προηγούμενη δεκαετία– εἶχα τὴ χαρὰ μακρῶν συνομιλιῶν μὲ ἕναν πολυτάλαντο λογοτέχνη, τὸν Μανώλη Πράτσικα ποὺ εἶχε στὸ ἐνεργητικὸ του πάνω ἀπὸ 30 βιβλία. Στὶς 5 Νοεμβρίου 2007 μοῦ ἔστειλε ἕνα βιβλίο καὶ μιὰ ἐπιστολὴ σὰν ἕνα εἶδος ἀποχαιρετισμοῦ τῆς ζωῆς. Τὸ βιβλίο εἶχε τίτλο: «Ἡ Κατοχὴ καὶ ἡ Ἀθήνα - Μιὰ ἐκ βαθέων ἀρίθμηση στὴν πείνα, στὸ κρῦο, στὸ φόβο». Πολύ παλιὰ εἶχα διαβάσει τὸ βιβλιαράκι (μόλις 87 σελίδες μικροῦ σχήματος) τοῦ λογοτέχνη Χρύσανθου Γαΐου ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἡ  Ἀθήνα εἶναι κόλαση - Ἡ τραγωδία ἑνὸς μικροῦ καὶ γενναίου λαοῦ - Ἡ πείνα τοῦ χειμώνα 1941-1942» (Ἐλεύθερες ἐκδόσεις Ἰούνιος 1945). Καὶ τὰ δύο βιβλία εἰκονογραφοῦν τὴν τραγωδία ἑνὸς λαοῦ ποὺ δοκιμάστηκε σκληρὰ ἀπὸ τὸ κρῦο καὶ τὴν πεῖνα στὰ χρόνια τῆς Ἰταλο-γερμανικῆς Κατοχῆς. Μόνο ποὺ τὸ βιβλίο τοῦ Πράτσικα, γραμμένο μὲ τρόπο ἡμερολογιακὸ-τηλεγραφικὸ, προεκτείνεται καὶ στὴν ἄλλη τραγωδία, αὐτὴ τῆς ἀλληλοσφαγῆς, ποὺ σὰν φίδι γεννήθηκε μέσα στὴ σκοτεινὴ γαστέρα τῆς Κατοχῆς. Ἡ περιπέτεια τῆς πείνας ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ πολυβασανισμένο Λαύριο, στὸ ὁποῖο διέμενε τότε νέος ἀκόμη ὁ συγγραφέας:

«Τὸ στρατιωτικὸ τμῆμα ποὺ ἦλθε τότε στὸ Λαύριο ἀνῆκε στὴ Μεραρχία τοῦ Ἀδ. Χίτλερ. Κάθε πρωί εἶχαν ἐπιθεώρηση καὶ ἔδιναν μιὰ φοβερὴ αἴσθηση πειθαρχίας. (...) Σιγὰ-σιγά. Τὸ Λαύριο ἔπιανε καὶ μετροῦσε τὴν πεῖνα του. Ἦρθε ἕνα καΐκι μὲ κρεμμύδια, χωρὶς λάδι. Σὲ λίγες μέρες φάνηκαν καὶ οἱ πρῶτες θανατηφόρες δηλητηριάσεις ἀπὸ μυρμηγκικό ὀξύ. Ἡ συνοικία τῶν Σαντορινιῶν σημείωσε καὶ τὰ περισσότερα θύματα.

Ἔβγαινα μὲ τὴν ἀδερφή μου γιὰ νὰ μαζέψουμε χόρτα. Ἀνάμεσα στὶς πέτρες ἡ ἀδερφή βρῆκε μόνο ρόκες. Τὴν ἐθαύμαζα. Ἦταν ἄρρωστη. Ἐγὼ ἔμπαινα μέσα στὸ ἐρειπωμένο ἐργοστάσιο κι ἔκλεβα ξύλα. Ἀναγκάστηκα καὶ πῆγα νὰ δουλέψω στὰ μεταλλεῖα. Ἕνα μέτρο ὕψος, βάθος 3 μέτρα καὶ μακρύ ὁδοιπορικὸ. Μιὰ τάβλα καὶ τὸ βαρύ φορτίο. Πρίν φύγω ἔκλαψα ἐκείνους τοὺς σκλάβους τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ποὺ σπάραξαν ἀνώνυμα, σκουληκιασμένα τὴ μοῖρα τους.

Ὁ διερμηνέας Ὀ. Β(ογιατζῆς) μὲ ἔστειλε γιὰ δουλειὰ στοὺς Γερμανοὺς στὸ Σούνιο. Πήγαινα τὸ πρωί 10 χιλιόμετρα καὶ γύριζα ἄλλα 10 χιλιόμετρα τὸ βράδυ. Ἔβγαλαν τὰ πόδια μου φουσκάλες. Εἶναι ἕνα λιμανάκι δίπλα στὶς Καβοκολόνες (Σημ. Κίονες ναοῦ Ποσειδῶνος). Οἱ Γερμανοὶ τὸ εἶχαν γιὰ σκοποβολὴ. Κάποια φορὰ εἶδα νὰ τρῶνε μαζὶ ἕνας Γάλλος λοχίας τοῦ Βισσύ (Σημ. Στὸ Βισσύ ἦταν ἐγκατεστημένη ἡ κυβέρνηση Πεταὶν ποὺ συνθηκολόγησε μὲ τοὺς Γερμανούς) ἀπὸ τὸ στρατὸ τῆς Συρίας καὶ ἕνας βλογιοκομμένος λοχίας Γερμανὸς. Ἦταν πλασιὲ προπολεμικά στὴ Μ(έση) Ἀνατολή σὲ γερμανικὰ μηχανήματα. Μᾶς ἔβριζε συνέχεια. Τεμπέληδες, παλιόμουτρα, ρουφιάνοι. Φαίνεται ὅτι κάτι γνώριζε. Ἔτρωγαν λοιπόν μαζί καὶ μάθαιναν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὴ γλῶσσα του. Ἔφυγαν. Πλησίασα καὶ ἄρχισα νὰ τρώω ἀπὸ τὴν καραβάνα τοῦ Γάλλου τὰ ἀποφάγια. Μακαρόνια μὲ κιμὰ καὶ τὴ φράση Λὰ μὲμ σόζ. Αὐτὸ θυμᾶμαι σὰν τύχη ἐκείνη τὴ σωτήρια στιγμή. Μὲ ἔδιωξαν. Εἶχα πειράξει, φιλικὰ ὅμως, μιὰ Λαυριώτισσα μπαγάσα. Ἐκείνη τὸ ἔπαιζε κυρία καὶ παραπονέθηκε. Εἶσαι τυχερὸς ποὺ δὲν σὲ ἐκτέλεσαν, ἦταν τὸ μήνυμα. Ἀκόμη τὴν ψάχνω νὰ τὴν τσακίσω...».

Ἡ πεῖνα ἔκανε θραύση στὴν ἐργατούπολη τοῦ Λαυρίου, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ στὴ συνέχεια. Δὲν ὑπῆρχε ἐπαρκὴς τροφοδοσία ἀπὸ τὴ στεριὰ. Καὶ τὰ τρόφιμα ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ ἦσαν –λόγῳ ὑψηλῆς τιμῆς– ἀπρόσιτα γιὰ τὴ φτωχολογιὰ. Ἀπὸ τὴ θάλασσα ὁ ἀνεφοδιασμὸς ἀπὸ τὰ κοντινὰ νησιὰ (Κέα, Κύνθος) ἦταν ἀνέφικτη, λόγῳ τῶν τρικυμιῶν καὶ τῶν γερμανικῶν περιπολικῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἄγγλοι εἶχαν κάνει τὸ δικό τους ἀποκλεισμό μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γενικευθεῖ τὸ θανατικό. Ἀλλὰ θὰ συνεχίσουμε, διότι τὸ Λαύριο σὲ μικρογραφία μᾶς δίνει τὸ μεγάλο δρᾶμα τῆς πείνας ποὺ ἔπληξε ὅλη τότε τὴν Ἑλλάδα.