Ιστορικός - Συγγραφέας

Λίπτον... καὶ ἑλληνικὴ πολιτικὴ

Πηγή: 
Κόντρα

ΤO κείμενο αὐτὸ ἀφιερώνεται στὸν ἀξιόποινο κ. Βαρουφάκη ποὺ μετέτρεψε –χάρη στὰ παιγνιώδη διαφημιστικὰ του τεχνάσματα– τὴν παταγώδη πολιτικὴ του ἀποτυχία σὲ μιὰ παταγωδέστερη ἐμπορικὰ συγγραφική ἐπιτυχία. Συχνὰ οἱ πολιτικοὶ –κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Θουκυδίδη –ὅταν ἀποτυγχάνουν στὸ πολιτικό τους ἔργο–, στρέφονται πρὸς τὴ συγγραφὴ βιβλίων, λησμονώντας τοῦτο τὸ βασικό: τὸ καλὸ βιβλίο τῶν πολιτικῶν εἶναι ἡ καλή πολιτικὴ τους. Ἐσχάτως τὴ θορυβώδη δόξα τοῦ κ. Βαρουφάκη ἐζήλωσε καὶ –ἄν τὴν θυμᾶστε– ἡ κ. Δαμανάκη! Καὶ ὁ Λίπτον τοῦ τίτλου ποὺ κολλάει; Ὁ  Λίπτον κολλάει παντοῦ, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τσάι καὶ συμπάθεια ἤ ἀντιπάθεια - ἀναλόγως. Ἦταν ἕνας πανύψηλος Ἰρλανδὸς 21 ἐτῶν ποὺ ἔφθασε τὸ 1871 ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ στὴ Γλασκώβη καὶ ἄνοιξε κατάστημα πωλήσεως παστῶν χοιρινῶν. Τὸ μαγαζί του ἦταν πεντακάθαρο καὶ ὁλοφώτιστο ὅλη τὴ νύκτα. Καὶ ὁ ἴδιος πάντα κομψὰ ντυμένος σὰν δανδῆς. Γιὰ λόγους διαφημιστικούς εἶχε κρεμάσει ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζί του ἕνα τεράστιο ξύλινο χοιρομέρι, βαμμένο μὲ τὰ κατάλληλα χρώματα, ποὺ ὅμως, ὅταν ἔκανε ζέστη, ἔλειωναν καὶ ἔσταζαν, φαινόμεο ἀξιοπερίεργο γιὰ τὴ «μαρίδα» τῆς γειτονιᾶς, ποὺ ἔγινε ἄμισθος κράκτης τοῦ κ. Λίπτον.

Ἀκολούθως ὁ Τόμας Λίπτον προχώρησε καὶ σὲ ἄλλες καινοτομίες. Κάθε ἑβδομάδα ἔβαζε στὴ βιτρίνα ἕνα σκίτσο ποὺ ἔφτιαχνε γι’ αὐτὸν ὁ καλύτερος γελοιογράφος τῆς πόλης, ὁ Ουΐλλι Λόκχαρντ. Τὸ πιὸ ἐπιτυχημένο σκίτσο ἦταν τὸ γουρουνάκι ποὺ ἔκλαιγε ἐπειδὴ ἦταν... ὀρφανό! Οἱ γονεῖς του εἶχαν γίνει ἐκλεκτὸ παστό. Τὸ «Ὀρφανό γουρουνάκι» τοῦ Λίπτον ἔγινε γνωστὸ σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία. Ἀλλ’ ὁ δαιμόνιος Ἰρλανδὸς δὲν ἀρκέστηκε σ’ αυτὸ. Ἀγόρασε δύο εὐτραφῆ γουρούνια, τὰ ἔπλυνε καλὰ, τοὺς κρέμασε κορδέλλες στὴν οὐρὰ καὶ ἐν ἐπισήμῳ περιβολῇ τὰ ἔβγαζε περίπατο στὴν ἀγορά. Οἱ δουλειές του ἔτσι πήγαιναν καλὰ, ἄνοιξε νέο μαγαζί σὲ πιὸ κεντρικὴ περιοχὴ καὶ πάντα οἱ βιτρίνες του τραβοῦσαν τὴν προσοχὴ χάρη στὰ ἔξυπνα σκίτσα τοῦ Λόκχαρντ καὶ στὰ δικὰ του κόλπα. Τὸ πιὸ ἐπιτυχημένο ἦταν αὐτὸ μὲ τοὺς καθρέφτες ποὺ τοποθέτησε δεξιὰ κι ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου τοῦ καταστήματος. Ὁ ἕνας ἔδειχνε τοὺς ἀνθρώπους ἀδύνατους καὶ καχεκτικοὺς, ὁ ἄλλος παχουλοὺς καὶ ροδαλοὺς. Κάτω ἀπὸ τὸν πρῶτο καθρέφτη μιὰ ἐπιγραφὴ ἔλεγε: «Πηγαίνουμε στοῦ Λίπτον». Καὶ στὸν δεύτερο: «Γυρίζουμε ἀπὸ τοῦ Λίπτον»! Ἐκείνη τὴν ἐποχή τὸ πάχος ἦταν στοιχεῖο ὑγείας καὶ ὁμορφιᾶς. Ὁ  Λίπτον –ἐπ’ ἀμοιβῇ φυσικά– συγκέντρωσε ὁμάδα στρουμπουλῶν κυριῶν ποὺ κρατοῦσαν καλάθια ποὺ ἔγραφαν: «Ψωνίζουμε στοῦ Λίπτον». Ἀπέναντι ἄλλη ὁμάδα κακομοιριασμένων ἀνδρῶν κρατοῦσε ἕνα πλακάτ μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Πηγαίνουμε στοῦ Λίπτον». Ἀπό ἀντίθετη κατεύθυνση ἐρχόταν ἄλλη ὁμάδα εὐτραφῶν ἀνδρῶν μὲ πινακίδες ποὺ ἔγραφαν: «Γυρίζουμε ἀπὸ τοῦ Λίπτον»!

Τὸ κορύφωμα τῆς διαφημιστικῆς καμπάνιας τοῦ Λίπτον ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ κατὰ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1881 ἀπὸ τὴν Ἀμερική τοῦ μεγαλύτερου σὲ μέγεθος τυριοῦ. Ἐπὶ 6 ἡμέρες 600 ἀγελάδες ἔδιναν τὸ γάλα γιὰ τὴν κατασκευή του! Ὁ  Λίπτον εἶχε φτιάξει εἰδικὲς τρύπες καὶ ἐνσφήνωσε νομίσματα, ὅπως κάνουν οἱ Ἄγγλοι μὲ τὶς χριστουγεννιάτικες πουτίγκες. Τὴν παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἐντὸς δύο ὡρῶν δὲν εἶχε μείνει ἴχνος τυριοῦ. Ἐπειδὴ ἡ ἀστυνομία θέλησε νὰ ἐντάξει τὸ διαφημιστικὸ κόλπο στὰ τυχερὰ παίγνια, ὁ Λίπτον δημοσιοποίησε ἀνακοίνωση πού ἔλεγε: νὰ προσέχει τὸ καταναλωτικὸ κοινὸ, ὅταν τρώει τυρί Λίπτον νὰ μὴν καταπιεῖ κανένα νόμισμα, γιατὶ ὑπῆρχαν πολλὰ. Μὲ αὐτὰ τὰ τεχνάσματα ὁ Λίπτον ἄνοιξε 20 μαγαζιά σὲ διάφορες πόλεις καὶ, στὰ σαράντα του χρόνια, δημιούργησε τὸ διάσημο ὥς τὶς μέρες μας «Τσάι Λίπτον». Ἀλλὰ τὸ «ρομάντσο τῆς ρεκλάμας», ὅπως τὸ ὀνόμασε παλαιό περιοδικὸ, ἔγινε «τσάι και συμπάθεια» καὶ κάποιων δικῶν μας πολιτικῶν.