Ιστορικός - Συγγραφέας

Η αμφιβολία γενεσιουργός αιτία για νέες πνευματικές αναζητήσεις

Πηγή: 
Μαθήματα Εκθέσεων

«Νᾶφε καί μέμνασ’ ἀπιστεῖν˙

ἄρθρα ταῦτα φρενῶν» [1]

(ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ)

Ο Νίτσε έλεγε ότι ο άνθρωπος, που δεν ανανεώνεται πνευματικά, πεθαί­νει, όπως το φίδι, που δεν αλλάζει δέρμα. Η πνευματική ζωή συνεχίζεται, όταν ο άνθρωπος συνεχώς προβληματίζεται πάνω στα όσα γνωρίζει ή η κοινωνία του ως πνευματική τροφή του προσφέρει.

Η ανανέωση του πνευματικού εξοπλισμού συντελείται χάρη σε μία έμφυτη, και συχνά επίκτητη, τάση του πνεύματος ν' αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο δοσμένες προτάσεις, χωρίς να μπορεί ν' αποφανθεί για την αλήθεια της μιας ή της άλλης, μεχρισότου αποκτήσει επαρκή στοι­χεία. Τούτο συνιστά την αμφιβολία. Λέγοντας όμως ότι η αμφιβολία είναι γενεσιουργός αιτία για νέες πνευματικές αναζητήσεις, δεν την παίρνου­με σαν συνεχή αμφισβήτηση, αναθεώρηση ή άκριτη απόρριψη των όσων με μόχθους αιώνων κατόρθωσε να οικοδομήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Η αμφιβολία δεν πρέπει να γίνει σκοπός, όπως ήταν για τους Σκεπτικούς[2], αλλά να είναι μέσο, μέθοδος έρευνας, γόνιμη αναζήτηση και όχι άγονος σκεπτικισμός. Γιατί τότε γκρεμίζουμε χωρίς να οικοδομούμε, οπισθοχω­ρούμε και δεν προχωρούμε.

Την αμφιβολία, σαν γονιμοποιό δύναμη του πνεύματος, πρώτος κατα­νόησε ο Σωκράτης, που, προκειμένου να καταρρίψει το σοφιστικό δογματι­σμό, δεν έκανε τίποτε άλλο, κατά τη φράση ενός μαθητή του, παρά να απορεί συνεχώς και να κάνει και τους άλλους ν' απορούν, διεγείροντας και στρέφοντας το πνεύμα τους σε νέες πνευματικές αναζητήσεις. Στα νεώ­τερα χρόνια ο Καρτέσιος, βάζοντας τις αρχές μιας νέας συλλογιστικής μεθόδου, γράφει : «Πρώτη μου αρχή ήταν να μην δέχομαι τίποτε σαν αλη­θινό, αν δεν το ήξερα καλά, και να περιλαμβάνω στις κρίσεις μόνον ό,τι φαινόταν σαφές κ' ευδιάκριτο στο πνεύμα μου, ώστε να μην το θεωρήσω σε καμιά περίπτωση σαν αμφίβολο».

Σύμφωνα μ' αυτά, η αμφιβολία είναι για το ανθρώπινο πνεύμα ό,τι οι πνεύμονες για το αίμα. Είναι το φίλτρο μέσ' από το οποίο περνούν οι γνώ­σεις μας και καθαίρονται. Χάρη σ' αυτή απορρίπτεται η σκουριά των πα­λαιωμένων γνώσεων, καταπολεμείται η πνευματική αυτάρκεια και κυρίως ο δογματισμός, που δίνει στους ημιμαθείς τη βεβαιότητα ότι τα ξέρουν όλα, στους ανόητους την εντύπωση ότι σκέπτονται και στη μεγάλη μάζα μία ευκολοχώνευτη πνευματική τροφή, κάτι σα θρησκευτική πίστη. Η αμφιβολία δεν αφήνει το πνεύμα να ναρκωθεί μέσα σε μια αποπνιχτική περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρα[3], όπως συνέβη στο Μεσαίωνα με το Σχολαστικισμό[4], όπου το πνεύμα ήταν υπόδουλο δεσμευτικών αυθεντιών.

Η αμφιβολία λυτρώνει τη σκέψη από πνευματικά ταμπού. Είναι έκ­φραση ελεύθερου και αδέσμευτου συλλογισμού. Και «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», λέει ο μεγάλος Βελεστινλής. Δεν αφήνει το πνεύμα ν' αρκεστεί στα στενά γνωστικά του πλαίσια, να λιμνάσει και ν' αποχαυνωθεί. Εφόσον η ζωή προχωρεί, πρέπει να προχωρεί και η γνώση σε πιο αληθινές κατευθύνσεις. Όπου, λοιπόν, υπάρχει αμφιβολία, εκεί θα υπάρχει έρευνα και όπου θα υπάρχει έρευνα, εκεί θα υπάρχει και συνε­χής εξέλιξη.

Κάποιος σοφός, παραλλάσσοντας τη γνωστή φράση του Καρτέσιου, έγραψε : «Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω» (Dubito, ergo sum) [5]. Πράγματι η αμφιβολία είναι υπαρξιακή ανάγκη για τους ανθρώπους του πνεύματος. Εφόσον αμφιβάλλουν, σκέφτονται κι' εφόσον σκέφτονται υπάρχουν σαν πραγματικές πνευματικές οντότητες. Σκέφτομαι, όμως, σημαίνει κρίνω και καλύτερη μορφή κρίσης είναι η σύγκριση. Η σύγκριση