Ιστορικός - Συγγραφέας

Γιάννης Ἀνδρικόπουλος (ἕνας ἄλλος κολυμβητής τοῦ Αἰγαίου)

Πηγή: 
Κόντρα

Δεν νομίζω νὰ ὑπάρχει στὸν κόσμο τόσο μικρή θαλάσσια ἔκταση, γιὰ τὴν ὁποῖα νὰ ἔχουν πλεχθεῖ τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις, τόσα παραμύθια, νὰ ἔχουν συντεθεῖ, προφορικὰ ἤ γραπτὰ, τόσα τραγούδια ἤ ποιήματα ὅσο τὸ πολυφημισμένο Αἰγαῖο. Ποὺ στάθηκε ἡ κοιτίδα τοῦ μεσογειακοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Στὴ μικρὴ του ἔκταση «κολυμπᾶνε» πάνω ἀπὸ 2.000 νησιὰ καὶ βραχονησίδες.

Σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ νησιὰ αὐτὰ ἄνθισαν στὸ παρελθὸν σπουδαῖοι πολιτισμοὶ μὲ διαχρονικὲς προεκτάσεις, ὅπως ὁ πολιτισμὸς τῆς Κρήτης, ποὺ εἶναι ἡ περισπωμένη τοῦ Αἰγαὶου, καὶ τῶν Κυκλάδων, ποὺ σὰν χάντρες σπασμένου κομπολογιοῦ κατέχουν τὸ κέντρο τοῦ θαλάσσιου αὐτοῦ χώρου καὶ οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τὰ οἱονεὶ «πατήματα» γιὰ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ ἀκτὴ τῆς μητροπολιτικῆς Ἑλλάδος στὴ δυτικὴ ἀκτὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ θαλάσσια «σκάφη» ζυμώθηκαν οἱ πρῶτοι εὐρωπαϊκοὶ πολιτισμοί. Μέχρι καὶ τώρα δὲν ἔχει ξεκαθαριστεῖ ἡ προέλευση τῆς ὀνομασίας τοῦ Αἰγαίου. Ὁ ἀρχαῖος γεωγράφος Στράβων πιθανολογεῖ ὅτι τὸ ὄνομα προέρχεται ἀπὸ τὴν πόλη Αἰγαὶ τῆς Εὐβοίας, τῆς σημερινῆς Λίμνης. Ἡ μυθικὴ παράδοση ἀπὸ τὸν Αἰγέα, βασιλιὰ τῶν Ἀθηνῶν ποὺ ἔπεσε στὸ νερὸ καὶ αὐτοκτόνησε στὴν ἄκρη τοῦ Σουνίου, ἐπειδὴ ὁ γυιὸς του Θησέας καὶ οἱ σύντροφοὶ του εἶχαν ξεχάσει ν’ ἀλλἀξουν τὰ μαῦρα πανιὰ μὲ λευκὰ, ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν Κρήτη. Κι ἔτσι ὁ Αἰγέας νόμισε πὼς ὁ γυιὸς του ἔγινε βορὰ τοῦ Μινώταυρου. Σήμερα ἡ πιθανώτερη καὶ ἡ ποιητικώτερη ἄποψη εἶναι αὐτὴ ποὺ παράγει τὴ λέξη ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἀΐσσω» ποὺ σημαίνει «ὁρμάω», διότι τὰ ἀφρίζοντα καὶ ὁρμητικὰ κύματα τοῦ πελάγους μοιάζουν μὲ ἀγέλη λευκῶν αἰγῶν. Ἡ λέξη αἶγες εἶναι παράγωγο τοῦ ρήματος «ἀΐσσω».

Ὕμνους στὸ Αἰγαῖο ἔπλεξαν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς σήμερα πολλοί. Ἀπὸ τοὺς νεώτερους προχείρως ἀναφέρω τὸν Ραγκαβῆ, τὸν Προβελέγκιο, τὸν Γκάτσο, τὸν Ἐλύτη. Ὑπάρχει ὅμως κι ἔνας ἀφανὴς ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων μας, ποὺ λόγῳ σεμνότητας δὲν γνώρισε τὸ φῶς μιᾶς εὐρύτερης δημοσιότητας. Πρόκειται γιὰ τὸν Γιάννη Ἀνδρικόπουλο, ποὺ ζῆ στὸ Αἴγιο (ἡ λέξη εἶναι ὁμόρριζη τοῦ Αἰγαίου) καὶ ποὺ ἐπὶ δεκαετίες διακονεῖ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κρατώντας μιὰ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ ὅλες τὶς ἀξιόλογες πνευματικὲς προσωπικότητες τοῦ τόπου μας. Τὸ ἔργο του, ποιητικὸ καὶ πεζογραφικὸ, εἶναι τεράστιο. Ἀπὸ αὐτὸ ξεχωρίζω τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Δοξαστικός Ὕμνος στὸ Ἑλληνικὸ Αἰγαῖο», ποὺ ὁ ἴδιος ὀνομάζει «Ποιητική Συμφωνία». Ποὺ ὄντως εἶναι. Ἡ «Συμφωνία» ἐκδόθηκε τὸ 1997 καὶ μέχρι σήμερα ἔχει κάνει τρεῖς ἐκδόσεις, κάτι πρωτοφανὲς γιὰ τὴν ἀντιποιητικὴ ἐποχή μας. Ὁ ἀναγνώστης βρίσκει ἐκεῖ ὅσο μπορεῖ τὸ Αἰγαῖο νὰ τοῦ πεῖ ἤ νὰ τοῦ προσφέρει: ἔκσταση, λύπη, παρηγοριὰ, συγκίνηση, καημό, ἔμπνευση. Διαβάζω στὴ σελίδα 30:

«Κάθε τόσο φουρτουνιάζει τὸ πέλαγος

ἀπὸ τὴν παλίρροια τῶν δακρύων

γιὰ τὴν ἀπόγνωση τῶν διαψεύσεων,

Γιὰ τὸν ἀνεκπλήρωτο νόστο

γιὰ τὶς ἄδειες ἀγκαλιὲς τοῦ Ἔρωτα...».

Στὰ νεώτερα χρόνια, λόγῳ τῆς οἰκονομολαγνείας, βλέπουμε τὸ Αἰγαῖο σὰν τὴν χρυσοτόκο ὄρνιθα τοῦ τουρισμοῦ. Τὸ Αἰγαῖο ὅμως ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει πράγματα πολὺ πιὸ βαθιά. Ἀκοῦστε τὸν Γιάννη Ἀνδρικόπουλο:

«Συμπονᾶμε τὰ ἔρημα θαλασσινὰ ξωκλήσια

ποὺ δὲν δειλιάζουν στὸ δαρμὸ τῶν βράχων

καὶ σβήνουν οἱ ξέθωροι ἅγιοι στοὺς τοίχους

ἀπὸ τὰ διαβρωτικὰ φιλιὰ τοῦ πελάγου...

Στὰ καμπαναριὰ ξαποσταίνουν ἄγγελοι καὶ γλάροι

καὶ στὰ πέτρινα πεζούλια, στὶς ξώπορτες,

κατεβαίνει ὁ μικρός Χριστός, ξυπόλητος

καὶ ψάλλει τὸν ἑσπερινὸ, νὰ γαληνέψει ἡ πλάση

καὶ νὰ ’ρχονται τὰ κύματα νὰ τὸν ποτίζουν δρόσο».

Τὸ Αἰγαῖο εἶναι τὸ θαλάσσιο νάμα ποὺ μᾶς δίνει πνοὴ γιὰ νέες δημιουργίες, γιὰ νέα ἐπιτεύγματα, γιὰ νέες κατακτήσεις. Ὁ καθηγητὴς Πανεπιστημίου καὶ ἐξαίρετος στιχουργὸς Σίμος Μενάρδος στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’30 εἶχε γράψει μὲ τρόπο λυρικὸ τὰ ἐξῆς: «Τὸ Αἰγαῖον ἦτο καὶ θὰ μείνῃ Ἑλληνικὴ θάλασσα. Θὰ εἶναι ἀφετηρία μεγάλων σκαφῶν πρὸς ὅλα τῆς ὑδρογείου τὰ πελάγη. Ἀφήσατε ἡμᾶς τοὺς ὀνειροπόλους νὰ φανταζώμεθα ὅτι ἐπὶ τῶν σκαφῶν ἐκείνων θὰ ταξιδεύσῃ ποτὲ, νέος, τρίτος Ἑλληνικός Πολιτισμός». Ὁ  Γιάννης Ἀνδρικόπουλος ἤδη ἀπὸ τὸ 1999 ἔχει ἀφήσει τὸ δικό του σκάφος νὰ πλέει στὰ ἀνοιχτὰ καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸ Αἰγαῖο, μέσα στὸ ὁποῖο ἀναβαπτίζεται σὰν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ καὶ παίρνει νέα πνοὴ.