Ιστορικός - Συγγραφέας

«Οὐκ ἔγκλημα τό μή ρίπτειν ἑαυτόν ἐν κινδύνοις. ἀλλ' ἐμπεσόντα μή στῆναι γενναίως»

Πηγή: 
Μαθήματα Εκθέσεων

Πρόλογος : Όπως η αξία του νομίσματος καθορίζεται από την ποιότητα του μετάλλου, έτσι και η αξία του ανθρώπου από την ποιότητα του χαραχτήρα του καθορίζεται. Η ποιότητα αυτή δοκιμάζεται κι ελέγχεται στον τραχύ αγώνα της ζωής, όταν ο άνθρωπος, αντιμέτωπος με πολυποίκιλα προβλήματα, παίρνει στάση ανάλογη με την προσωπικότητα και ιδιοσυγ­κρασία του.

1.   Ανάλυση :   Η στάση αυτή είναι η Λυδία λίθος, που θα κρίνει την αξία ή την απαξία του ανθρώπου. Σε μια τέτοια στάση αναφέρεται και το εξεταζόμενο θέμα.  Ασφαλώς δεν είναι έγκλημα η αποχή από τους κινδύ­νους, είναι όμως έγκλημα, όταν πέσει κανείς, ακούσια η εκούσια σε κίν­δυνο, να μη τον αντιμετωπίζει με γενναιότητα.

2.  Το α'σκέλος:    Η διπολικότητα του θέματος μας υποχρεώνει να εξετάσουμε αρχικά το πρώτο σκέλος του γνωμικού. Είναι πέρα - για πέρα σεβαστή η επιθυμία κάθε ανθρώπου να ζήσει ήρεμα, γαλήνια, ειρηνικά.

Η επιθυμία αυτή απορρέει από τη σύνεση, από τη συναίσθηση των υπο­χρεώσεών μας, από τη συνείδηση του ανεπανάληπτου της ανθρώπινης ζωής ή από μια βαθύτατη θρησκευτική αντίληψη, ότι δεν έχουμε το δικαίω­μα να καταστρέψουμε ό,τι μας προσφέρθηκε από το Δημιουργό. Επομένως είναι μάταιη επιδίωξη το να εκθέτει κανείς σε κίνδυνο χωρίς σοβαρό λόγοτον εαυτό του και γνώρισμα σοφού ανθρώπου το να τον αποφεύγει, όταν μπορεί, χωρίς μείωση της προσωπικότητάς του.

Κι όμως πολλοί φρονούν ότι η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια παρο­δική ρυτίδωση της θάλασσας του μηδενός και συνεπώς δεν έχει νόημα κανένα, αν δεν τη ζήσει κανείς έντονα. Το «vivere pericolosamente», δηλαδή το «ζην επικινδύνως» είναι για τους ανθρώπους αυτούς κανόνας ζωής. Πιστεύουν ότι οι κίνδυνοι δίνουν στη ζωή έναν ιδιαίτερο χρωματισμό και μια έντονα χαραχτηριστική γεύση. Χωρίς κινδύνους η ζωή χάνει το ενδια­φέρον της, γίνεται στατική, δεν έχει ένταση και ποικιλία και «καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει», κατά τον ποιητή[1]. Χαραχτηριστικά ο Νίτσε έλεγε : «Να ζει κανείς μέσα στον κίνδυνο είναι η μεγαλύτερη από­λαυση της ζωής».

Είναι βέβαια δύσκολο να πούμε ποια από τις δύο αυτές βιοθεωρίες έχει με το μέρος της το δίκαιο. Αν απορρίψουμε τη δεύτερη, θα ήταν σαν ν' αρνιούμαστε από τον άνθρωπο τη βασική του ιδιότητα, που δηλώνεται από τ' όνομα του, δηλαδή να θρώσκει άνω. Θα ήταν σαν ν' αρνιούμαστε όλες τις θαυμαστές του εκτινάξεις, όλους τους επικίνδυνους μετεωρισμούς, με τους οποίους μεγαλύνθηκε το ανθρώπινο γένος. Ν' αρνηθούμε όμως την πρώτη, θα ήταν σαν να εξοβελίζαμε από το χώρο των αξιών τη σωφροσύνη και να επιβάλλαμε την κυριαρχία του παράλογου, οπότε ο άνθρωπος θα έχανε κάθε έρμα ισορροπίας και σαν άθυρμα θα παιζόταν στα χέρια της σκληρής ειμαρμένης. Οι επιλογές του καθενός είναι ζήτημα ιδιοσυγκρα­σίας και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει αυτούς που προτιμούν την ήρε­μη και γαλήνια ζωή. Πολύ περισσότερο ένας τέτοιος τρόπος ζωής δεν μπο­ρεί να θεωρηθεί έγκλημα.

3. Το β' σκέλος : Είναι όμως έγκλημα, και μάλιστα μεγάλο, και σε βά­ρος του εαυτού του και σε βάρος της κοινωνίας, όταν πέσει κάποιος σε κίν­δυνο και δεν τον αντιμετωπίζει γενναία. Ο κίνδυνος αυτός μπορεί ν' απει­λεί την κοινωνική και οικονομική μας ισορροπία, την προσωπική μας ελευ­θερία, την ηθική