Ιστορικός - Συγγραφέας

Ὄχι κομπάρσοι τῆς Γερμανίας

Πηγή: 
Κόντρα

Ομολογουμενως τὸ πρωτοσέλιδο τῆς «K.N.» τῆς 30ης Δεκεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους αἰφνιδίασε πολλούς. Προσωπικὰ δὲν αἰφνιδιάστηκα. Ποτὲ δὲν πίστεψα στὸ ὅραμα μιᾶς ἐνωμένης Εὐρώπης, ποτὲ δὲν πίστεψα στὴ μακροβιότητα τοῦ νομισματικοῦ πειράματος ποὺ λέγεται «εὐρὼ». Βέβαια, ποτὲ δὲν ἀρνήθηκα τὴν ἑνότητα ἀνάμεσα στὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη. Ὅμως, ἄλλο ἔνωση καὶ ἄλλο ἑνότητα. Καὶ ἐπειδὴ τὶς ἐνστάσεις μου αὐτὲς δὲν τὶς ἔκρυψα ποτὲ, ἀλλὰ τὶς δημοσίευα εὐθαρσῶς, χαρακτηρίστηκα ἀντιευρωπαῖος (οὔτε κἄν εὐρωσκε­πτικιστής), ἐθνικιστής, ρατσιστής καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀποτρόπαιο μπορεῖ κανείς νὰ φανταστεῖ. Ἔγινα στὴ χώρα μου ἕνας ἐξόριστος συγγραφέας. Ὅταν μάλιστα ἔθεσα σὲ κυκλοφορία τὸ 2001 τὸ βιβλίο μου «Γιὰ μιὰ δημοκρατία εὐθύνης» (ἐκδ. Καστανιώτη) γράφτηκα σὲ μαύρη λίστα. Ἕνας ἄμεσος λόγος ἦταν ὅτι εἶχα ταχθεῖ κατὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων στὴν Ἀθήνα. Οἱ ἄλλοι λόγοι ἦσαν κάποιες δυσοίωνες προβλέψεις. Καὶ ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ ἦταν αὐτή. Σ’ ἕνα προσεχὲς μέλλον ἔγραφα ἡ λεγόμενη Ἑνωμένη Εὐρώπη θὰ διαλυθεῖ καὶ στὴ θέση της θὰ μείνει μιὰ γερμανικὴ ὁμοσπονδία, ἡ ὁποία θὰ περιλαμβάνει τὴν Αὐστρία, τὴν Ὁλλανδία (ποὺ γερμανοφωνεῖ), τὴν Οὑγγαρία, τὴν Σλοβενία, ἕνα μέρος τῆς Ρουμανίας καὶ ὅλη ἤ μέρος τῆς Τσεχίας. Τὴν Πολωνία δὲν τὴν ὑπολόγιζα. Μιλοῦσα μόνο γιὰ κάποιο εἰδικὸ καθεστὼς στὴν πόλη τοῦ Ντάτσιχ. Ὅσο γιὰ τὸ «εὐρὼ» (ἐγὼ τὸ γράφω εὐρῶον) παρέπεμπα στὸν μεγάλο γκουροὺ τοῦ φιλελευθερισμοῦ, τὸν περιβόητο Μίλτον Φρίντμαν, ποὺ μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ἔγραφε:

«Ἡ Εὐρώπη ἀποτελεῖ παράδειγμα ποὺ δὲν ἐνδείκνυται γιὰ κοινό νόμισμα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ξεχωριστὰ κράτη, στὰ ὁποῖα ὁμιλοῦνται διαφορετικὲς γλῶσσες, ἔχει διαφοτερικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ οἱ πολίτες της ἐμφοροῦνται ἀπὸ ἐθνικὰ συναισθήματα καὶ ὄχι ἀπὸ μία ἀφηρημένη εὐρωπαϊκὴ ἰδέα».

Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε αὐτὸ στὴ σελ. 70 τοῦ ἴδιου βιβλίου προσέθετα καὶ ἄλλο ἐπιβαρυντικό:

«Δὲν πρόκειται νὰ γίνουμε σὲ τίποτα σπουδαῖοι οὔτε μὲ τὴν ΟΝΕ, οὔτε μὲ τὸ “εὐρὼ”, οὔτε μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση. Ὅποιος δὲν γίνεται σπουδαῖος μὲ τὸν ἑαυτό του, μάταια ἀναζητεῖ αὐτὴ τὴ σπουδαιότητα ἀλλοῦ. Ἀπὸ τὸ 1821 καὶ δῶθε, ἀλλὰ καὶ πιὸ πρίν, στοὺς κύκλους κάποιων λογίων εἴχαμε τὴν τάση νὰ συμπορευθοῦμε μὲ τὰ “φωτισμένα” ἔθνη τῆς Εὐρώπης. Δὲν λέω ὅτι μᾶς ἔβλαψε αὐτὸ. Οὔτε ἡ μανία νὰ ἐξομοιωθοῦμε μὲ τοὺς ἀρχαίους μας. Κερδίσαμε σὲ ὕψος ἀλλὰ δὲν ὑψωθήκαμε, ὅπως δὲν ὑψώ­νεται ἐκεῖνος ποὺ φορᾶ ξυλοπόδαρα. Τώρα πρέπει να σκάψουμε σὲ βάθος, γιὰ νὰ κερδίσουμε σὲ ὕψος. Ἀντὶ νὰ κουνᾶμε τὰ κλαδιά, πρέπει νὰ πηγαίνουμε βαθιά, στὶς ρίζες. Ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀρχίσει τὸ κτίσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ χώρου μας (...). Ὁ ἑαυτὸς μας κτίζεται μέσα μας, μὲ δικά μας καὶ ὄχι με ὀθνεῖα (=ξένα) ὑλικά».

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἐκτιμοῦσα ἤ ὅτι δὲν ἐκτιμῶ ὅ,τι μᾶς ἔδωσε ὁ πολιτισμὸς τῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Ἀλλ’ οἱ πικρὲς ἐμπειρίες τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου, καθὼς καὶ ἡ μακροχρόνια σπουδὴ τῆς ἱστορίας μὲ εἶχαν κάνει δύσπιστο πρὸς τὴν ἀγνότητα τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς. Γι’ αὐτὸ λίγες γραμμὲς παρακάτω προσέθετα:

«Εἰλικρινὰ ποτὲ δὲν θαύμασα τὸ ἐπίπεδο τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς καὶ πάντα θεώρησα ἐθελοδουλία ἐκεῖνο τὸ ὑποδεικτικὸ “νὰ κάνουμε ὅ,τι κάνει ἡ Εὐρώπη”. Κατ’ ἐμὲ προέχει τὸ νὰ μὴν κάνουμε ὅ,τι κάνει ἡ Εὐρώπη, ἀλλὰ νὰ κάνουμε ὅ,τι κρίνουμε ἐμεῖς ὡς ὀρθὸ, ἔντιμο καὶ εὐπρεπές. Γιατὶ σπανίως στὴν ἱστορία της ἡ Εὐρώπη ἔπραξε τὸ σωστὸ. Γι’ αὐτὸ ὅλη ἡ ἱστορία της εἶναι ἕνας ἀπέραντος κατάλογος ἐγκλημάτων, προδοσιῶν καὶ αἱματοχυσιῶν, ἐνῶ ἐμεῖς, κι ἄν ἀκόμη δὲν πράξαμε αὐτὸ ποὺ μᾶς συνέφερε, ὡστόσο σπανίως ἀπομακρυνθή­καμε ἀπὸ τὸ σύνορο τῆς τιμῆς» (σελ. 171-172).

Υ.Γ. Καὶ μιᾶς καὶ τὸ δημοσίευμα τῆς «Κ.Ν.» μιλοῦσε γιὰ τὸ μάζεμα χρυσοῦ ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς, μιὰ ἀπορία: Ὅλος ὁ ἑλληνικὸς χρυσὸς ποὺ ἀγοράστηκε στὴν ἑξαετία ἀπὸ χιλιάδες «ἀγοραστήρια» χρυσοῦ, ποὺ διοχετεύτηκε;