Ιστορικός - Συγγραφέας

Ὁ μῦθος ὡς... τροφὴ

Πηγή: 
Κόντρα

Εχει ΙστορικΑ ἀποδειχθεῖ ὅτι ἄνθρωποι καὶ λαοὶ τρέφονται περισσότερο μὲ τὸ μῦθο παρὰ μὲ τὸ ψωμὶ ἤ ἄλλου εἴδους τροφὴ. Γι’ αὐτὸ οἱ πολιτικοὶ πάσης χώρας καὶ πάσης ἐποχῆς προσφέρουν στοὺς λαοὺς παραμύθια, μὲ τὶς κάποιες τιμητικὲς ἐξαιρέσεις φυσικὰ, ὅπως αὐτὴ τοῦ Οὐΐνστον Τσώρτσιλ, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀνέλαβε τὴν πρωθυπουργία στὶς 10 Μαΐου τοῦ φοβεροῦ ἔτους 1940 διακήρυξε ὅτι θὰ προσφέρει στὸν ἀγγλικὸ λαὸ «αἷμα, μόχθο, δάκρυα καὶ ἱδρῶτα». Στὴ χώρα μας ποὺ ἔχει πλούσια παράδοση μυθολογίας, δημιουργήθηκε κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἕνα εἰδικοῦ τύπου ρῆμα, τὸ «παραμυθιάζω», μὲ τὴν ἔννοια τοῦ λέω ἀληθοφανῆ ψέματα γιὰ νὰ ξεγελάσω κάποιον. Τελικὰ αὐτὸ ποὺ πετυχαίνουμε εἶναι νὰ ξεγελᾶμε τὸν ἑαυτὸ μας καὶ νὰ γελᾶ εἰς βάρος μας ὅλη ἡ ὑφήλιος, διότι χάρη στὸ διαβόητο δαιμόνιὸ μας, μᾶς πῆρε ὁ δαίμονας καὶ μᾶς σήκωσε. Δὲν μᾶς ὕψωσε, ἁπλῶς μᾶς σήκωσε, ὅπως ὁ δυνατὸς ἀέρας σηκώνει τὰ σκουπίδια.

Ὅλη ἡ πολιτικὴ μας ζωὴ τόσο στὸ παρελθὸν ἀλλὰ περισσότερο σ’ ἕνα παρόν διαρκείας μερικῶν δεκαετιῶν στηρίχθηκε σὲ μιὰ σειρὰ καλοστημένων μύθων ἤ παραμυθιῶν. Ὁ πιὸ μεγάλος μῦθος ἦταν ὅτι ἡ ἔνταξή μας στὴν ΕΟΚ καὶ στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση θὰ σημάνει τὸν πλήρη ἐξευρωπαϊσμό μας κι ἔτσι, προκειμένου νὰ μᾶς δοθεῖ εἰσιτήριο εἰσόδου χάσαμε τὸν ἐθνικό φλοιό μας. Χάσαμε σ’ ὅλους τοὺς τομεῖς τὴν παραγωγικότητά μας. Νομίσαμε ὅτι βρήκαμε τὴ σπηλιὰ τοῦ Ἀλῆ Μπαμπᾶ, ποὺ μὲ τὴ μαγικὴ φράση «Σουσάμι ἄνοιξε», θὰ εἰσχωρούσαμε ἀμόχθως καὶ θὰ βρίσκαμε ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῆς γῆς. Τὰ βρήκαμε ὅμως μπαστούνια ποὺ τώρα ἀνιλεῶς ὀργώνουν τὴ ράχη μας. Ἕνα μόνο δὲν μᾶς εἶπαν οἱ πολιτικοὶ μας ἄρχοντες, ὅτι δηλαδὴ αὐτὰ ποὺ παίρνουμε κάποια στιγμὴ θὰ χρειαστεῖ νὰ τὰ πληρώσουμε καὶ μάλιστα μὲ βαρὺ τόκο. Καὶ τώρα αὐτὸ κάνουμε.

Ἕνα ἄλλο πιὸ πρόσφατο ψέμα εἶναι τὸ πολυθρύλωτο «λεφτὰ ὑπάρχουν». Αὐτὸ θὰ τὸ ἔλεγα κι ἐγὼ μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι θὰ πρόσθετα ὅτι τοῦτα τὰ λεφτὰ ὑπάρχουν ὄχι στὰ κρατικὰ ταμεῖα ἀλλὰ στὸ χωράφι, στὸ κοπάδι, στὸ καράβι, στὸ ἐργαστήριο, στὸ ἐργοστάσιο. Ὄχι στὸ δημόσιο ποὺ ἔκανε ἕναν ἄλλοτε παραγωγικὸ καὶ δημιουργικὸ λαὸ νὰ μοιάζει μὲ λιοντάρι ψόφιο. Ἐμεῖς οἱ παλιότεροι δὲν εἴχαμε τὰ μοντέρνα «Ἀναγνωστικὰ» ποὺ ἔκαναν κλούβιο τὸ μυαλὸ σὲ νεώτερα παιδιὰ, εἴχαμε τὰ «παλαιομοδίτικα», ποὺ κινοῦνταν διδακτικὰ στὴ γραμμή τῶν Αἰσωπείων μύθων. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μύθους ἔλεγε τὰ ἑξῆς: Ἕνας πατέρας εἶχε τρεῖς γυιοὺς ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ λερώνουν τὰ χέρια τους μὲ τὴ δουλειά. Κάποτε ἦθλε ὁ καιρὸς ποὺ ὁ πατέρας ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὸν οὐρανὸ. Κάλεσε τοὺς γυιοὺς καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε ὅτι ἔχει κρυμμένο ἕνα μεγάλο θησαυρό. Τὰ παιδιὰ τὸν ρώτησαν ποῦ βρίσκεται ἡ κρύπτη μὲ τὸ θησαυρὸ. Καὶ ὁ πατέρας, ξεψυχώντας, ψέλλισε: «Στὸ μεγάλο χωράφι». Ὅρμησαν τότε οἱ κληρονόμοι κι ἄρχισαν νά σκάβουν μανιωδῶς. Τὸ ἔσκαψαν ὅλο, ἀλλὰ πουθενὰ θησαυρὸς. Ἀλλὰ, ἀφοῦ τὸ ἔσκαψαν, σκέφθηκαν νὰ τὸ σπείρουν σιτάρι. Κι ὅταν ὁ σπόρος ἔγινε τρανό φυτὸ καὶ πῆρε τὸ χρυσὸ του χρῶμα, τὰ παιδιὰ κατάλαβαν ποιὸς εἶναι καὶ ποὺ βρίσκεται ὁ θησαυρὸς. Μὲ τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς «καὶ θὰ κόψω καὶ θὰ ράψω σὰν τρικούβερτος πασᾶς» φθάσαμε στὸν πάτο τοῦ πουθενά. Τὰ «Παραμύθια τῆς Χαλιμᾶς» ἔγιναν τὸ εὐαγγέλιο τῆς πολιτικῆς μας μετεωρολογίας, ποὺ ἐξελίχθηκε σὲ μιὰ ἀτελείωτη ὑπνολογία, ἔτσι ποὺ ὁ λαὸς νὰ πέσει σὲ βαθιὰ πεπτική ὑπνηλία. Καὶ οἱ πολιτικοὶ μας ἀλληλομάχονται σὰν τὰ «ψάρια-πολεμιστὲς» μέσα στὸ ἐνυδρεῖο. Δὲν δείχνουν τὸ δρόμο τῆς δουλειᾶς. Ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὲς τὶς τραγικὲς στιγμὲς πουλᾶνε παραμύθια. Κάποιοι νέοι δὲν τὰ χάφτουν κι ἐξεγείρονται μὲ τρόπο καταστροφικό. Ὄχι ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δημιούργησαν τὸ κακό, ἀλλ’ ἐναντίον μνημείων, ἐναντίον ἱερῶν καὶ ὁσίων. Κανεὶς ὅμως δὲν τοὺς εἶπε ὅτι τὸ παραμύθι «Ἡ βία εἶναι μαμμὴ τῆς ἱστορίας» ἔχει σὰν ἐπίλογο τὸ ἔγκλημα. Τὸ ἔγκλημα συχνὰ εἶναι ἕνας ἀόρατος ἐπισκέπτης. Καὶ παντοῦ περνᾶ.