Ιστορικός - Συγγραφέας

Τὸ ’21 ὁδηγὸς μας

Πηγή: 
Κόντρα

Πολλοὶ ἀγωνιστὲς ἀλλιώτικοι μπῆκαν κι ἀλλιώτικοι βγῆκαν ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα τῆς Ἐθνεγερσίας. Ὁ ὅρος παλιγγενεσία, ποὺ θαρρῶ χρησιμοποίησε πρῶτος ὁ Κοραῆς, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ, διότι ὑπονοεῖ ὅτι τὸ ἔθνος εἶχε πεθάνει καὶ, ὡς ἐκ θαύματος, γεννήθηκε πάλι. Στὸν ἱστορικὸ βίο τῶν λαῶν ὅ,τι πεθαίνει, πεθαίνει ὁριστικὰ. Ἀλλ’ ἄς ἀφήσουμε τὰ θεωρητικά. Εἴπαμε ὅτι πολλοὶ ἀγωνιστὲς τόσο στὴ διάρκεια τοῦ Ἀγώνα ὅσο καὶ μετὰ ἔγιναν ἄλλοι ἄνθρωποι. Σπάνιες εἶναι οἱ περιπτώσεις αὐτῶν ποὺ ἔγιναν παλιάνθρωποι, ὅπως ὁ περιβόητος Νενέκος. Τὸ πλέον ἐνδεικτικό παράδειγμα εἶναι ὁ «Γυιὸς τῆς Καλογριᾶς», ποὺ σωστὸ ἀγρίμι στὴν ἀρχή, στὴν πιὸ δύσκολη στιγμὴ ἔγινε ὁ «Ἀετὸς τῆς Ρούμελης», ὁ «Ἀχιλλέας τῆς Ρωμιοσύνης», ὅπως τὸν εἶπε ὁ Παλαμᾶς. Ὅπως γράφω στὸ βιβλίο μου γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, δὲν πιστεύω ὅτι ὁ Καραϊσκάκης εἶπε, σὲ σχετικὴ νουθετικὴ παρατήρηση τοῦ Μπουντούρη, τὴν πολυακουσμένη φράση: «Ὅταν θέλω γίνουμε διάβολος καὶ ὅταν θέλω γίνουμε ἄγγελος». Ἐκεῖνο ποὺ πιστεύω εἶναι πὼς, κατὰ τὸ ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ζωῆς του, ὁ Καραϊσκάκης ἔδρασε σὰν ἄγγελος, ἄν καὶ ποτὲ δὲν τοῦ ἀπέλιπε ἡ σπιρτόζικη βωμολοχία. Αὐτὸ, ὅμως, ποὺ πρέπει νὰ ἐξαρθεῖ καὶ νὰ γίνει δίδαγμα γιὰ τὸ παρὸν εἶναι ἡ στάση τοῦ μεγάλου Ἀχαιοῦ ἄρχοντα Ἀνδρ. Ζαΐμη. Κατὰ τὸν προηγηθέντα Ἐμφύλιο πόλεμο, ὁ Καραϊσκάκης εἶχε νικήσει τοὺς ἄνδρες τοῦ Ζαΐμη στὴν Κερπινή, τὸν εἶχε ἐκδιώξει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ οἱ ἄνδρες του δὲν ἀρκέστηκαν νὰ λεηλατήσουν τὸ ἀρχοντικὸ του, ἀλλὰ ἔβγαλαν στὴ «γύρα» τὰ ἐσώρουχα τῆς Ζαΐμενας, ποὺ ἦταν τότε, καὶ ὡς τὸ δικὸ μας Ἐμφύλιο, μεγάλη προσβολὴ τῆς οἰκογενειακῆς τιμῆς. Προσβολὴ ποὺ ξεπλενόταν μὲ αἷμα. Καὶ ὅμως ὁ Ζαΐμης, ὡς πρόεδρος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς, βλέποντας τὸ χαμὸ τῆς Ρούμελης, δὲν δίστασε νὰ δώσει τὸ δίπλωμα τῆς ἀρχιστρατηγίας στὸν Καραϊσκάκη. Αὐτὴ τὴ μεγαθυμία εἶναι τόσο δύσκολο νὰ δείξουν σήμερα οἱ πολιτικοὶ μας ταγοὶ καὶ νὰ χαράξουν μαζὶ μιὰ ἐθνικὴ στρατηγικὴ ἀλλὰ συνάμα καὶ τακτικὴ, ὥστε νὰ ἐκλείψει ἡ «τακτικὴ τῆς τρικλοποδιᾶς»;

Διαπιστώνω μὲ θλίψη ὅτι ἐσωγενεῖς καὶ ἐξωγενεῖς παράγοντες προωθοῦν συστηματικά τὴ σύγκρουση, ὥστε μεθοδευμένα νὰ φθάσουμε στὴν ἐμφύλια ρήξη. Μιὰ τέτοια ρήξη τὴν ποθεῖ μόνον ὅποιος δὲν τὴν ἔχει ζήσει. Ὁ  Μακρυγιάννης ἔζησε σχεδὸν πρωταγωνιστικὰ τὸν Ἐμφύλιο στὸ Μοριὰ. Μὲ τὰ ὅσα εἶδε, ἔπαθε καὶ ἔπραξε, ἔφριξε. Γι’ αὐτὸ στὰ «Ἀπομνημονεύματὰ» του, ποὺ ἴσως ἔγραψε στὰ γεράματὰ του, ὑπάρχει μιὰ φράση ἀποστομωτικὴ γιὰ κάθε κήρυκα τῆς ἐμφύλιας σφαγῆς: «Ἐγὼ κρέας γιὰ ἐμφύλιο δὲν πουλῶ». Ὁ  Γέρο Κολοκοτρώνης, παρότι ἦταν ὁ σοφώτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς, εἶχε κι αὐτὸς τὶς δικὲς του εὐθῦνες γιὰ τοὺς δύο Ἐμφυλίους. Γι’ αὐτὸ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, περνώντας καὶ ἀπὸ ἄλλες δοκιμασίες, ἔγινε ἀκόμη πιὸ σοφὸς, πολέμιος σφοδρὸς τῆς διχόνοιας καὶ διαπρύσιος (=θερμὸς) κήρυκας τῆς ὁμόνοιας. Ἔτσι, ὅταν ὁ περίφημος δάσκαλος Γ. Γεννάδιος ὁδήγησε τοὺς μαθητὲς του ἐνώπιὸν του στὴν Πνύκα, ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, σὰν ἄλλος Περικλῆς, μίλησε στὰ τότε (καὶ στὰ νῦν) παιδιὰ μὲ λόγια σοφὰ. Μεταξύ τῶν ἄλλων τοὺς εἶπε:

«Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια, καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι (...) Καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δύο χρόνια ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κων/λη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὅπου ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι, μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξε...».

Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὑπερβολὴ στὰ λόγια τοῦ Γέρου. Ὁ  Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς ἀναχαίτισε τὴ στρατιὰ τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη καὶ τοῦ Κιοσὲ Μεχμέτ μὲ 118 ἄνδρες. Στὸ Ντάρ Μπογάζ ὁ Κανάρης μόνος μὲ τὸ πυρπολικὸ του ἔτρεψε σὲ φυγὴ ὅλη τὴν ἁρμάδα τοῦ Χοσρέφ πασᾶ κι ἔσωσε τὴν Σάμο. Ἄς κλείσουμε μὲ τὶς προτροπὲς τοῦ Γέρου πρὸς τοὺς ἑκάστοτε νέους:

«Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, νὰ μὴν πηγαίνετε στοὺς καφενέδες καὶ εἰς τὰ μπιλιάρδα (...) Νὰ σκλαβωθῆτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ τῶν γεροντοτέρων, καὶ, κατὰ τὴν παροιμία, μύρια ἤξευρε, χίλια μάθαινε. Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνει σκεπάρνι μόνο γιὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ νὰ κοιτάζετε τὸ καλὸ τῆς κοινότητας, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας (...) Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε...».

Τέτοια πρέπει νὰ λέμε στὰ παιδιὰ καὶ ὄχι τὰ «ἄλαλα καὶ τὰ μπάλαλα», ποὺ ἔλεγε ὁ Πατρο-Κοσμᾶς.