Ιστορικός - Συγγραφέας

Τό «Συμπόσιο τοῦ Διαβόλου»

Πηγή: 
Κόντρα

Οταν ἐμφανίζεται ὁ φόβος, ὁ κόσμος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ δίκαιο, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ἀξίες καὶ τὶς ἠθικὲς ἀρχές, ἀδιαφορεῖ γενικὰ γιὰ ὅλες τὶς ὄμορφες ἱστορὶες τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ κάποιοι ἄνθρωποι τῆς δικῆς μου ἡλικίας κάνουν ὑπομονὴ μέχρι νὰ μποῦνε στὸ λιμάνι τῶν σκιῶν καὶ ν’ ἀγκυροβολήσουν στὴν αἰωνιότητα. Ζήσαμε πολλὲς καὶ φρικτὲς καταστάσεις στὸν αἰῶνα ποὺ πέρασε. Στὸν αἰῶνα, ποὺ ζοῦμε, διαισθάνομαι ὅτι θὰ ζήσουμε –ὅσοι τὶς ζήσουμε– ἀκόμη φρικτότερες. Δὲν ἔχουμε μόνο ὁρατοὺς ἐχθροὺς· ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀόρατοι ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν. Κάποτε ἦταν χαρά μας ἕνα ταξίδι στὸ ἐξωτερικό. Τώρα εἶναι δοκιμασία.

Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια ἤμουν στὴν Ἱσπανία, στὴ χώρα τῶν Βάσκων. Ξύπνησα ἀπότομα τρεῖς ὧρες μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἀπό ἕνα δαιμονισμένο θόρυβο. Ὁ βόμβος ποὺ μποροῦσε νὰ σὲ τρελάνει προερχόταν ἀπὸ τὶς σωλῆνες φθορισμοῦ ποὺ ἦσαν στὸ... ταβάνι! Μὲ αὐτὸ τὸ συνεχῆ φόβο, ὅτι τὸ καθετὶ –ἀκόμη κι ἕνας φάκελος ἀλληλογραφίας– μπορεῖ νὰ σημαίνει θάνατος, οὐσιαστικὰ ἡ ζωὴ γίνεται θάνατος. Ἐπαληθεύεται –γιὰ πολλοστὴ φορὰ στὴν ἱστορία– μιὰ φράση τοῦ μεγάλου Εὐριπίδη: «Τὶς οἶδεν εἰ ζῆν μὲν τοῦθ’ ὅπερ κέκληται θανεῖν, τὸ δὲ ζῆν θνῄσκειν ἐστίν;» (=Ποιὸς ξέρει ἄν εἶναι ζωὴ τοῦτο ποὺ ἔχει ὀνομαστεῖ θάνατος, ἐνῶ τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς εἶναι θάνατος;).

Δὲν θὰ κουράσουμε τὸν ἀναγνώστη μὲ πολλὴ φιλοσοφία, καὶ μάλιστα φιλοσοφία θανάτου, ποῦ τοῦ διδάσκει ἄλλωστε ἀφειδῶς ἡ τηλοψία μὲ μύριες σκηνὲς –φανταστικὲς καὶ πραγματικὲς– αἵματος καὶ φρίκης. Θὰ ποῦμε ἁπλῶς ὅτι βρισκόμαστε σ’ ἕνα χρονικὸ ὅριο ὅπου παύουν νὰ ἰσχύουν κάθε λογῆς νόμοι, φυσικοὶ καὶ ἀνθρώπινοι. Ὁ νόμος τῆς βαρύτητας, γιὰ παράδειγμα, δὲν ἰσχύει στὸ σύγχρονο κόσμο τῶν ἀξιῶν. Ὅποιος δὲν διαθέτει βάρος εἰδικὸ μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ μέχρι τὸν οὐρανό. Ὁ νόμος τῆς παγκόσμιας ἕλξης ἰσχύει μόνο στὶς ἐρωτικὲς σχέσεις. Ἡ πολιτιστικὴ παράδοση τῶν λαῶν οὔτε συνεχίζεται οὔτε κτίζεται· ἁπλῶς δανείζεται. Γιατὶ νὰ καλλιεργεῖς δικό σου πολιτισμὸ, ποὺ εἶναι τόσο κουραστικό, ἀφοῦ μπορεῖς νὰ πάρεις δανεικό; Ἔτσι δὲν ὑπάρχει τίποτα βέβαιο καὶ σταθερὸ στὴ ζωὴ μας. Νιώθουμε ὅτι μᾶς σφίγγει ἕνας κυκλικός θάνατος. Ἀπειλὲς παντοῦ. Ἡ Δύση δὲν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη στοὺς λαούς οὔτε ἀκόμη καὶ στοὺς δυτικοὺς. Στὴ Γερμανία οἱ ἐπιβάτες στὰ λεωφορεῖα ἀλληλοκοιτάζονται μὲ καχυποψία, ἐνῶ στὴ Γαλλία εἰδοποιοῦν τὴν ἀστυνομία, ἄν δοῦν κάποιον μελαχροινό, μὲ ὕποπτο παρουσιαστικὸ, καὶ κρατάει πακέττο! Ὅλοι ὀσφραίνονται μιὰ ἀπειλὴ, ποὺ εἶναι ἀόρατη, ὅπως οἱ ἰοὶ ποὺ μᾶς περιβάλλουν καὶ μᾶς προσβάλλουν ἀπὸ παντοῦ. Ἕναν ἀντίπαλο ποὺ θέλει νὰ ζήσει –κι ἄν σοῦ ἐπιτεθεῖ– μπορεῖ νὰ τὸν ἀντιμετωπίσεις. Ἕναν ποὺ θέλει νὰ πεθάνει ὄχι. Θὰ πεθάνει γιὰ νὰ σὲ πεθάνει. Ἐδῶ ἔχουμε ἐφαρμογὴ τῆς Σαμψωνικῆς ἀρχῆς: «Ἀποθανέτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων»! Καὶ αὐτὸς βέβαια ποὺ θὰ πεθάνει γιὰ νὰ μᾶς πεθάνει, θὰ πάει στὸ δικὸ του παράδεισο. Ἐμεῖς νὰ δοῦμε...

Σήμερα ὁ δυτικὸς κόσμος ἀντιμετωπίζει τὸν πλέον ἰδιότυπο πόλεμο. Ἡ Ἀσία καὶ ἡ Ἀφρικὴ πολεμοῦν τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ μὲ ἔμψυχες σφαῖρες. Προωθοῦν πρὸς αὐτὲς τὸ πλεονάζον πληθυσμιακὸ δυναμικὸ τους. Ἡ χώρα μας εἰδικὰ σηκώνει ἕνα πληθυσμιακὸ φορτίο πολύ πέρα ἀπὸ τὶς οἰκονομικὲς, ἐδαφικὲς καὶ ἀπορροφητικὲς της δυνατότητες. Ἄν μάλιστα πέσει καὶ ὁ φράκτης τοῦ Ἕβρου, ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ «ἀλληλέγγυοι», τότε θὰ δοθεῖ κάπως εὐρύτερα ἡ ἐντύπωση ὅτι ἡ χώρα μας εἶναι ξέφραγο ἀμπέλι. Κι αὐτὸ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἄν δὲν παρθοῦν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, θὰ πληρωθεῖ ἀκριβά. Ἐνδέχεται μετὰ τὶς δημοτικὲς καὶ βουλευτικὲς ἐκλογὲς νὰ ἔχουμε ἐκτροπὴ, ποὺ θὰ εἶναι γιὰ τὴ χώρα μας ντροπή. Ἡ ψῆφος ἀπελπισίας τοῦ λαοῦ θὰ χαρίσει τὸν Δῆμο Ἀθηναίων καὶ ἄλλους δήμους πολλοὺς σὲ ἄρχοντες μὲ ρατσιστικὲς ἀρχὲς, ἐνῶ πολυπληθέστερα ἕδρανα τοῦ κοινοβουλίου θὰ καταληφθοῦν ἀπὸ ἀνθρώπους ὁμοίων ἀντιλήψεων. Τὸ τὶ θὰ ἐπακολουθήσει οὔτε ὁ Θεὸς τὸ ξέρει. Μόνον ὁ Διάβολος τό ξέρει. Θὰ ξαναζήσουμε τὸ «Συμπόσιο τοῦ Διαβόλου», ὅπως τὸ ζήσαμε ἀπὸ τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1944 μέχρι τὸν Αὔγουστο τοῦ 1949 καὶ μὲ προεκτάσεις ὡς τὰ χρόνια τὰ σημερινὰ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἐχέφρονες φοβοῦνται γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινὰ. Φοβοῦνται γιὰ τὰ νὲα παιδιὰ ποὺ ἔχουν κεφάλια δίχως μυαλὰ. Γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ χειροκροτοῦν τοὺς ἱερεῖς καὶ τὶς ἱέρειες τοῦ ἀμοραλισμοῦ σὰν τὴν ἐρίτιμη κυρία Ἄννα Λανκλό, ποὺ δήλωσε μὲ κυνισμό: «Οὔτε παρθένος εἶμαι, οὔτε μετανοοῦσα»! Ὁποῖος ἡρωισμὸς...!