Ιστορικός - Συγγραφέας

Το «εγώ» και το «εμείς»: ένα μάθημα «πολιτικής γραμματικής» από τον Μακρυγιάννη

Πηγή: 
Προβληματισμοί

"εμείς" αποκλείεται πρώ­τα—πρώτα η μονοπώληση του πατριωτισμού από μια κα­τηγορία πολιτών, που θεωρούν λάφυρο προσωπικό τους αγώνες του συνόλου. Από την άλλη με τη συνένωση δυ­νάμεων επιτυγχάνεται ευκολότερα η κοινωνική πρόοδος. Το άτομο μπορεί να "φκιάσει" ή να "χαλάσει". Αυτοί όμως που ξέρουν να λειτουργούν στο επίπεδο του "εμείς" ξέρουν να "φκιάνουν"· ασφαλώς και να "χαλούν"· δε ζη­τούν όμως εξιλαστήρια θύματα ή αποδιοπομπαίους τρά­γους. Αναλαμβάνουν οι ίδιοι συνολικά την ευθύνη.

Σήμερα, δυστυχώς, είναι δύσκολο να πεισθεί ο λαός να ξεπεράσει το "εγώ" και να σταθεί στο "εμείς". Δεν έχει πρότυπα. Του προσφέρεται μια ανάπηρη πολιτική παιδεία και αποκτά μια τραυματική εμπειρία από την επαφή που έχει με την πολιτεία. Ο απλός πολίτης καθη­μερινά πείθεται ότι ο πλούτος δεν αποκτιέται με μόχθο και τιμιότητα αλλά με την ποταπότητα. Όταν στελέχη κρατικών οργανισμών ή άνθρωποι της εξουσίας, πολύ ψηλά ιστάμενοι —όχι όμως απαραιτήτως ηθικά ιστάμενοι υψηλά- είναι ένοχοι στη συνείδηση του λαού για απά­τες, γιατί, άραγε, αυτή η συνείδηση δε θα μολυνθεί και δε θ' αναισθητοποιηθεί; Εφόσον άνθρωποι, που λόγω αξιωμάτων θα' πρεπε να "πονοκεφαλιάζουν" για το συμ­φέρον του κοινωνικού συνόλου, "πονοκεφαλιάζουν" για να βρουν φόρμουλες να κατακλέψουν το δημόσιο ή για να βρουν τρόπους για να ξεφύγουν από την αρπάγη του νόμου, δε θα 'πρεπε να υπάρχει —αν όχι απαίτηση— του­λάχιστον η αυταπάτη πως ο λαός δε θα διαβρωθεί.

Κι ακόμη όταν διαπιστώνεται πως οι ανώτεροι υπό­σχονται στους κατώτερους το "εμείς" και πράττουν το "εγώ", τότε δύο τινά συμβαίνουν: ή εξεγείρονται οι εξα­πατημένοι, αναζητώντας το δίκιο τους ή συνηθίζουν στην ιδέα της διαφθοράς και η συνείδηση τους μαλθακοποιείται. Το τελευταίο είναι μια γνωστή τακτική των διε­φθαρμένων συστημάτων εξουσίας. Βέβαια κρατούνται κάποια προσχήματα: πρώτα αποκαλύπτονται ή ανακα­λύπτονται κάποιες ατασθαλίες κι αν υπάρξει αντίδραση "ξεσκεπάζεται" έως ένα σημείο ασφαλείας "όλη" η δια­φθορά. Έτσι το αίσθημα δικαιοσύνης "ικανοποιείται", αλλ' ο λαός αηδιασμένος διαφοροποιείται και ένα τμήμα του αδιαφορεί για τα κοινά κι ένα άλλο -ευτυχώς όχι πάντοτε μεγάλο— σπεύδει να συμμετάσχει στη διαφθορά για να "μη μείνει πίσω".

Λείπει, σίγουρα, από το λαό μας το αίσθημα της κοι­νωνικής ευθύνης. Γιατί ακούει κηρύγματα περί αλληλεγ­γύης και κοινωνικής προσφοράς αλλά δε βλέπει όλα αυτά να τα μετουσιώνουν σε πράξεις οι κήρυκες τους.Δεν εμπνέεται από πουθενά να περιορίσει τις εγωιστικές ορμές του, να συνδεθεί με τους άλλους. Έχει —δικαιολο­γημένα— καταληφθεί από την έμμονη ιδέα πως σε βάρος του παίζεται ένα βρώμικο παιχνίδι και ότι αυτός τελικά θα πληρώσει τα "σπασμένα". Έτσι προσπαθεί κι αυτός να ξεγελάσει, για να μην τον ξεγελάσουν. Δεν ικανοποι­είται με την ιδέα ότι "όλα εδώ πληρώνονται". Ξέρει πως πολλοί πληρώνουν και λίγοι καρπώνονται. Έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ακόμη και στη Δικαιοσύνη.

Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το κύμα του ατομικιστι­κού ωφελισμού θα σαρώσει αξίες, πρότυπα, ιδανικά; θα ήταν βέβαια εφιαλτικό. Όμως το να κοιτάμε κατάματα την αλήθεια κάπου ωφελεί. Ίσως η πιο ευγενική και εν­διαφέρουσα επιδίωξη θα ήταν να μην παλέψει κανείς μόνος αλλά στην πάλη του να ζητήσει συμπαραστάτες. Ένα "εγώ" δεν αρκεί για να φέρει μια πνοή ηθικής· χρειάζεται το "εμείς" που εκφράζει ένα ευρύτερο όλο. Και σε κάθε περίπτωση το όλο αποτελεί κάτι περισσό­τερο από το άθροισμα των μερών του.

Η χρησιμοποίηση του α' πληθυντικού της προσωπικής αντωνυμίας είναι φόρος τιμής στην κοινωνική συμβίωση. Παράλληλα, είναι και δυναμική απάντηση στο αίτημα της εποχής μας για συσπείρωση μπροστά στις δυνάμεις που αλλοιώνουν, λιώνουν και αλλοτριώνουν τις ψυχές μας. Η αποβολή του στενού εγωιστικού πνεύματος θα συντελέσει στη δημιουργία πυρήνων αντίστασης, στην ανάσχεση του καλλιεργούμενου μίσους ανάμεσα στους πολίτες, στη συνεχώς εξαπλούμενη απάθεια για τα κοι­νά. Η φυγή από τη μοναξιά του "εγώ" προς την κατεύ­θυνση του "εμείς" είναι επιτακτική ειδικά για το λαό μας, που η οξειδωμένη ιστορική του μνήμη δεν τον βοη­θάει να θυμηθεί ότι μπορεί το έργο της συνένωσης να εί­ναι δύσκολο, τα αποτελέσματά της όμως είναι διαρκέ­στερα και θαυμαστότερα.

Ο Μακρυγιάννης συνεχίζοντας την "πολιτική γραμ­ματική" του λέει παρακάτω: «Και εις το εξής να μάθωμεν γνώσιν, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωρίον, να ζήσωμεν όλοι μαζί». Κάπως διαφορετικά ο Τσώρτσιλ είχε πει: ή θα σωθούμε όλοι μαζί ή θα χαθούμε όλοι μαζί. Για τους Έλληνες περιθώρια άλλων επιλογών δεν υπάρχουν: για να επιβιώσουν πρέπει να συμβιώσουν. Να κάνουν "χω­ριό" που θα τους ενώνει κι όχι να τους χωρίζει. Προϋ­πόθεση γι' αυτό είναι να "μάθωμεν γνώσιν". Η λέξη "γνώση" εδώ λειτουργεί συντακτικά σαν εσωτερικό αντι­κείμενο. Κι εμείς σαν "εξωτερικό" υποκείμενο, μέσω αυ­τής της γνώσης, να ενεργούμε προς την κατεύθυνση μιας ομαλής κοινωνικής συμβίωσης. Ο Έλληνας μπορεί να μαθαίνει αλλ' αυτό δε σημαίνει πως αποκτά γνώση· μπο­ρεί να κατέχει γνώσεις αλλ' όχι και γνώση. Ίσως σε κά­ποια τάξη να έμαθε την απειροστική λογική μα του λεί­πει η απλή λογική. Η σύγχρονη παιδεία δεν τον βοηθά να σχηματίσει προσωπικότητα.

Στην αγγλική γλώσσα υπάρχει το "impersonalyou" (=το απρόσωπο εσύ). Ίσως —όχι βέβαια στην ελληνική γραμματική— όμως στην κοινωνιολογική γλώσσα πρέπει, ειδικά για τον Νεοέλληνα, να χρησιμοποιηθεί ένα "α­πρόσωπο εγώ". Μπορεί η προκατασκευασμένη γνώση να προσφέρεται σε τεράστιες ποσότητες αλλά αυτή συμβάλ­λει στη δημιουργία προκατασκευασμένων προσωπικοτή­των. Δεν είναι προσωπικότητες που προκύπτουν από το "γνώθι σαυτόν". Όταν δεν γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του δημιουργεί ένα ανάπηρο "εγώ". Και λόγω αναπηρίας τα "εγώ" δεν μπορούν ν' απαρτίσουν ένα εύ­ρωστο "εμείς". Χρειαζόμαστε, λοιπόν, το "ένδον σκά­πτε", για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε κάτι κα­λύτερο μέσα από μια κοινωνία προσώπων κι όχι "προσω­πικοτήτων".

Post-scribtum: είχε αρχίσει η προεκλογική περίοδος, όταν  άρχισε η   εκτύπωση  των  δοκιμίων αυτών.   Ένα κόμμα πρόβαλε έξυπνα ένα ωραίο σύνθημα: «Αξίζουμε μια καλύτερη Ελλάδα». Ευφυέστατα η κ. Ε. Βλάχου το αντέστρεψε. «Η Ελλάδα αξίζει καλύτερους Έλληνες»!

 

(22 Ιανουαρίου 1989)