Ιστορικός - Συγγραφέας

Στὸ Γύθειο μιὰ μέρα...!

Πηγή: 
Κόντρα

Στὸ Γύθειο μιὰ μέρα...!

Ἔχει ἀναγνωρισθεῖ σὰν κανόνας τὸ σὲ ἀπροσδιόριστο χρόνο λεχθὲν καὶ συχνότατα ἀποδειχθὲν ὡς ἀπολύτως ἀληθὲς: «Οὐδεὶς προφήτης ἐν τῇ ἑαυτοῦ πατρίδι». Ἀλλὰ στὸ Γύθειο, τὴ γενέτειρὰ μου, ὅπου παιδί ἔζησα τὶς πιὸ ὄμορφες ἀλλὰ καὶ τὶς τραγικώτερες στιγμὲς τῆς ζωῆς μου, φαίνεται ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ κανόνας αὐτὸς. Τὴν 1η Ἀπριλίου στὴ διάρκεια τοῦ 2ου Ἐκπαιδευτικοῦ Συνεδρίου τιμήθηκε ἡ προσφορὰ στὰ γράμματα τῆς ἡμετέρας μετριότητας στὸ Πολιτιστικὸ Κέντρο, τὸ κάποτε Παρθεναγωγεῖο, ἀπὸ τὴν Ὀργανωτικὴ Ἐπιτροπὴ, στὴν ὁποία μετέχει ὁ ἀρχαιομαθὴς μητροπολίτης Μάνης, ὁ Δήμαρχος Ἀν. Μάνης, τὰ μέλη τῆς Ὀργανωτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκπαιδευτικοί ἀπ’ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια. Μετὰ τοὺς συγκινητι­κοὺς χαιρετισμοὺς τοῦ Μητροπολίτη μας κ.κ. Χρυσοστόμου, τοῦ Δημάρχου Πέτρου Ἀνδρεάκου, τῆς Ἀντιπεριφερειάρχου κ. Ἀδαμαντίας Τζανετέα, τὴν ἀνάγνωση τῆς μοναδικῆς ἀπὸ Λάκωνα πολιτευτὴ ἐπιστολὴ, καὶ ἐννοῶ τὸν βουλευτὴ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, Σταῦρο Ἀραχωβίτη, καὶ τὴν παρουσίαση τῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου μου ἀπὸ τόν Σχολικὸ Σύμβουλο τῆς 2ης καὶ 3ης Ἐκπ/κῆς Περιφέρειας κ. Ἰω. Φουρίδη, ἦλθε καὶ ἡ δικὴ μου σειρά νὰ πῶ κάποια εὐχαριστήρια λόγια. Ἡ συγκίνηση μοῦ εἶχε φράξει τὸ λαιμό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ κατόρθωσα νὰ ψελλίσω λίγα λόγια –παρ’ ὅτι οἱ συμπολίτες μου ἤθελαν πιὸ πολλὰ– ποὺ τὰ μεταγράφω γιὰ νὰ γίνουν περισσότερο γνωστὰ ὄχι γιὰ μένα ἀλλὰ γιὰ τὸ ἀγαπημένο μου Γυθειάκι:

«Ὅλοι ὅσοι μπαίνουμε στὸ ταξίδι τῆς πνευματικῆς περιπέτειας ἔχουμε μιὰ γενέθλια ἤ καὶ πνευματικὴ ἀφετηρία. Στὸ Γύθειο, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ψηλὰ σπίτια τοῦ Κούμαρου (τὸ ἀρχαῖο Λαρύσιον βουνό), εἶδα τὸ φῶς τῆς ζωῆς τὸ 1937. Τὸ Γύθειο φύτεψε μέσα μου τὶς πρῶτες πνευματικὲς καταβολὲς. Ἡ Ἀθήνα μὲ ἄνδρωσε ἡλικιακὰ καὶ πνευματικὰ. Ἡ Ἑλλάδα μὲ ἐνέπνευσε καὶ μ’ ἐμπνέει δημιουργικά. Ἀξιώθηκα νὰ γυρίσω τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ὑφηλίου, τὰ πιὸ ξακουστὰ μέρη τῆς γῆς, ἀλλὰ τόπο γλυκύτερο δὲν γνώρισα ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο μου Γυθειάκι. Ἔμαθα γιὰ λόγους ἐπαγγελματικοὺς τὴν Ἑλληνικὴ στὴ διαχρονικὴ της ἔκταση ἕως τὴ σύγχρονὴ της ἔκταση, καθὼς καὶ ὅλα σχεδὸν τὰ γλωσσικὰ μορφώματα τῆς Εὐρώπης ἀλλὰ στὴν οἰκογενειακὴ μου ζωὴ καὶ σὲ πολλὰ γραψίματὰ μου χρησιμοποιῶ λέξεις καὶ ἐκφράσεις ποὺ ἔμαθα μικρὸς στὸ Γύθειο καὶ στὴν Πετρίνα, τὸ χωριὸ τῆς μητέρας μου. Ἀλλὰ καὶ ὅσες φορὲς δοκίμασα νὰ στιχουργήσω, αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα μου πιὸ αὐθεντικὰ εἶναι τὸ μανιάτικο μοιρολόι. Τὰ τελευταῖα μου ἦταν γιὰ τὸν ἀδικοθάνατο φίλο Θεόδωρο Ἀνδρεάκο καὶ τὸν ἄλλο παιδικό φίλο, τὸν μεγάλο καλλιτέχνη τοῦ Γυθείου Γιάννη Μανιατάκο.

Τώρα ποὺ ἔφθασα στὸ γέρμα τῆς ζωῆς, ἄν κάτι μὲ εὐχαριστεῖ πολύ εἶναι ποὺ ὅλοι μου οἱ γνωστοὶ, εἴτε εἶναι Μανιάτες εἴτε ὄχι, μὲ προσφωνοῦν μὲ τὴ μανιάτικη προσλαλιὰ: «Κορώνι ἤ Κορώνα»! Ἔτσι προσφωνῶ καὶ τὸν τετράχρονο ἐγγονό μου, τὸν Περικλῆ. Κι ἄν κάτι μὲ στενοχωρεῖ, ὅταν περπατῶ στὸ Γύθειο καὶ στὰ μανιάτικα χωριὰ, εἶναι ποὺ δὲν ὑπάρχουνε παιδιὰ νὰ μὲ ρωτήσουν ἤ νὰ μοῦ ποῦν «Λὼ μπάρμπα»! Χάθηκε τὸ «λὼ», αὐτὴ ἡ μουσικὴ νότα ἀπὸ τὴν ντοπιολαλιὰ μας. Κρῖμα!

Σὲ τοῦτο τὸ περικαλλές κτὴριο, ποὺ ἀποτελεῖ κόσμημα γιὰ τὸ σημερινὸ Γύθειο, στὸ κάποτε λεγόμενο Παρθεναγωγεῖο, ἔμαθα τὰ πρῶτα γράμματα χάρη στὸ ἅγιο ξύλο τῆς Δασκάλας μου, τῆς ἀείμνηστης Κυρίας Σάσας, ποὺ μὲ παρέλαβε ἀγρίμι (Σημ: βρῆκε στὴν πάνινη τσάντα μου μιὰ ἰταλικὴ χειροβομβίδα ποὺ ἤθελα νὰ ξεβιδώσω γιὰ νὰ βγάλω μακαρονάκια, πρώτη ὕλη γιὰ τὴν κατασκευὴ βαρελότων. Καὶ ἤμουν τότε 8-9 ἐτῶν!). Ἀλλὰ ἐπειδὴ πίστευε ὅτι μπορῶ νὰ γίνω κάτι καλύτερο, μοῦ ἐμφύσησε τὴν ἀγὰπη πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὴ λογοτεχνία. Ἀπὸ τὶς γυναῖκες, ποὺ ζοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι μου, διδάχθηκα τὸ μοιρολόι καὶ ἀπό τοὺς ἀνθρώπους τῆς Πλατέας καὶ τοῦ λιμανιοῦ τὴν πιὸ σπαρταριστή ἀργκό. Καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἄφθονη τότε ἀρχοντιὰ διδάχθηκα τὰ πιὸ κομψὰ Ἑλληνικά. Στὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου, ποὺ εἶχε θέα ὅλο τὸν Λακωνικό, ἔνιωσα τὶς πρῶτες ποιητικὲς πνοὲς κι ἔκανα πρώτη πνευματική τροφή μου τὸν Ὅμηρο, ποὺ μοῦ γέννησε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ ταξίδι. Ὅσο και νὰ ταξίδεψα, ἡ Ἰθάκη μου εἶναι ἐδῶ καὶ γι’ αὐτὸ θὰ κλείσω μὲ ἕνα χαιρετισμό σὲ λόγο ἀρχαῖο ἑλληνικό:

«Ἐν πείρασι γαίης γεγὼς

ἦτορ τὸ ἐμὸν Σοὶ γε ἀναθήσω

φίλη γενέθλη, ἀεὶ πρὸς ΣΕ ἐπιστρεφόμενος,

ταυτὶ μόνο ρήματα ἐρῶ:

“Πτόλισμα Γυθείου ἁλιερκὲς

αὐτὸς αἰανῶς ἐν σοὶ ἔσομαι

κοὐ μήποτε ἐπιλάθωμαί σοι”».

Καὶ σὲ σύγχρονη κάπως ἐλεύθερη ἀπόδοση:

«Καὶ ἄν γύρισα ὅλες τῆς γῆς τὶς στράτες,

σὰν θέλω τὴν ψυχή μου νὰ στυλώσω

πάντα σὲ ’σένα ἀγαπημένη μου γενέτειρα γυρνῶ

καὶ τοῦτα μόνο τὰ λόγια θὰ σοῦ πῶ:

“Πολιτειοῦλα τοῦ θαλασσόβρεχτου Γυθείου

πάντα θὰ σ’ ἔχω στὴν ψυχή μου

Γύθειο, μικρό μου, ποτέ δὲν σὲ ξεχνῶ”».