Ιστορικός - Συγγραφέας

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Πηγή: 
Πάροδος

τήν μεταφορά τῆς κρατικῆς πρωτεύουσας ἀπό τή Δύση στήν Ἀνατολή καί παρά τήν ἐπιβολή μιᾶς θρησκείας μή ἑλληνικῆς -στούς πρώτους αἰῶνες μάλιστα ἀνθελληνικῆς-, ὁ ἑλληνικός κόσμος ὑποκατέστησε τόν ρωμαϊκό στή διεύθυνση τῆς αὐτοκρατορίας. Ὀπότε ἡ αὐτοκρατορία, ὑπό ρωμαϊκό ἔνδυμα, ἔνινε σταδιακά ἑλληνική. Καί ἡ ἑλληνικότητα αὐτή, χωρίς νά δηλώνεται ρητά, γινόταν πιό ἔντονη, ὅσο σταδιακά προχωροῦσε ὁ ἐξελληνισμός τῆς θρησκείας, ἀφοῦ φυσικά εἶχε προηγηθεῖ ὁ ἐκχριστανισμός τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου.

Συνεπῶς, εἶναι σφάλμα νά κάνουμε ὡς ἱστορικοί μιά μεγάλη χρονολογική τομή ἐκεῖ γύρω στό 146 π.Χ. καί νά νομίζουμε πώς τήν ἐπαύριο τῆς μάχης τοῦ Ἰσθμοῦ καί τῆς καταστροφῆς τῆς Κορίνθου ἔχουμε μιά ἄλλη Ἱστορία. Ἔχουμε ἁπλῶς ἀλλαγή σελίδας καί συγγραφή ἑνός νέου κεφαλαίου ἤ μᾶλλον συγγραφή κεφαλαίων πού περιγράφουν τή μεταπήδηση ἀπό τό κράτος τῆς πόλης στό πολιτικό κράτος καί πού ὁ ρόλος τῆς πρωτεύουσας εἶναι πάλι καθοριστικός ὄχι ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀλλά ὡς ἕδρας τοῦ αὑτοκράτορα. Ἡ αὐτοκρατορική ἰδεολογία ὑπερίσχυσε τῆς πολιτικῆς. Καί γιά νά γίνω πιό σαφής: ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία θά ἐξακολουθοῦσε νά ὑπάρχει, ἔστω καί ἄν ἔπεφτε ἡ Κωνσιαντινούπολη, ἀρκεῖ ὁ Κωνσταντῖνος νά σωζόταν, μεταφέροντας σέ ἄλλη περιοχή τήν ἕδρα του καί τήν αὐτοκρατορική του ἰδιότητα. Αὐτό συνέβη κατά τήν ἅλωση τοῦ 1204, ὅπου ἡ Αὐτοκρατορία ὑφίστατο ὡς πολιτική ἔννοια, ἀφοῦ ὁ Κωνσταντῖνος Λάσκαρις μετέφερε τήν ἕδρα στή Νίκαια. Συνεπῶς, ἡ Αὐτοκρατορία τῶν Κωνσταντίνων ἔπεσε ὄχι γιατί ἔπεσε ἡ Πόλη ἀλλά γιατί ἔπεσε ὁ Κωνσταντῖνος καί κανείς μετά δέν μπόρεσε ἀλλοῦ νά ὑψώσει τήν αὐτοκρατορική σημαία. Ἔτσι μετά τή ρωμαϊκή ὑποταγή και μειά τή χιλιόχρονη ὑπό «ξένη σημαία» κυριαρχία (πολιτική, πνευματική, γλωσσική καί οἰκονομική) τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου[1], φθάνουμε στήν τουρκική ἐπικράτηση. Ὑπό συνθῆκες δουλείας ὁ ἑλληνικός κόσμος ἀναχωνεύεται, ἀποκτᾶ ὑπόσταση Γένους, ὅπου βαραίνει περισσότερο τό θρησκευτικό στοιχείο, καί ἁκολούθως ἔθνους, ὅπου βαραίνει περισσότερο μιά συνείδηση κοινῶν ἰστορικῶν καταβολῶν κι ὄχι μόνο θρησκευτικῶν. Κι ἐφόσον ἡ ἔννοια τοῦ ἔθνους ἰσχυροποιεῖται στή συνείδηση τῶν ὑποδούλων καί πρωτίστως στή συνείδηση τῶν μή δούλων ἀλλά  χωρίς πατρίδα Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡριμάζουν οἱ πολιτικές συνθῆκες γιά τήν ἀποτίναξη τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ καί γιά τό σχηματισμό -γιά πρώτη φορά στήν Ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου -ἑνιαίου ἑλληνικοῦ ἐθνικοῦ κράτους.

Τό λεγόμενο, λοιπόν, ὅτι τά ἔθνη εἶναι μιά ἀρτιγενής σύλληψη 200 περίπου ἐτῶν, εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἰσχύει γιά τίς ΗΠΑ, τόν Καναδᾶ, τή Βραζιλία, τήν Αὐστραλία ἀλλ᾽ ὄχι γιά τούς ἱστορικούς λαούς τῆς Εὐρώπης καί πολύ περισσότερο γιά τόν κόσμο πού φέρει τή φωνή τῶν Ἑλλήνων, γιατί αὐτός μεταφέρει πάνω του μιά μοριακή σκόνη ἱστορίας τριῶν καί πλέον χιλιετιῶν.

Ἐπιλογικός «πρόλογος»:  Ἄς ἐπανέλθουμε ὅμως στήν εἰσαγωγική μας σκέψη. Εἶναι γνωστή ἡ θέση τοῦ Ἐγέλου γιά τήν κύρια θέση τῆς ᾿Ιδέας στό χῶρο τῆς Ἱστορίας. Ὅλες οἱ δρῶσες στό προσκήνιο καί στό παρασκήνιο δυνάμεις τῆς Ἱστορίας, ἑνῶ ἀγωνίζονται γιά κάποιους δικούς τους διακηρυγμένους σκοπούς, στήν πραγματικότητα ἀγωνίζονται γιά τούς σκοπούς τῆς Ἱστορίας, πού εἶναι καθορισμένοι ἀπό τήν Ἰδέα. Αὐτή εἶναι ἡ «πονηρία τοῦ Νοῦ», κατά τή γνωστή ἐγελειανή ἔκφραση. Τοῦτο δένεται μέ τὰ παραπάνω, ἅν λάβουμε ὑπόψη τό σημεῖο «συμπλοκῆς»  Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ. Οἱ Χριστιανοί, πού μετά τή δεύτερη ἑβραϊκή καταστροφή (2ος μ.Χ. αἰ.), εἶχαν ἔναντι τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ μιά αὐθυπαρξία ἔθνους, χωρίς ὡστόσο νά εἶναι, ὀνόμαζαν τούς εἰδωλολάτρες συλλήβδην «Ἕλληνες» καί « Ἐθνικούς»[2].

Ἔτσι σιγά - σιγά, καί παρά τόν ὀνειδιστικό χαρακτήρα πού εἶχαν ἀρχικά, οἱ λέξεις ταυτίστηκαν σημασιολογικά, ὑψώθηκαν ἐννοιολογικά σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε σήμερα, κατά μεγάλο βαθμό, τό χριστιανός νά εἶναι συστατικό τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τοῦ Ἕλληνα.

[1] Ὁ Ἑλληνικός κόσμος στήν περίοδο τοῦ Βυζαντίου οὐσιαστικά ἦταν πλοῖο ἑλληνικό ὑπό ξένη σημαία.

[2] Τό ἐθνικός ἐδῶ εἶναι ἀπόδοση τοῦ ἑβραϊκοῦ «γκογίμ». Γκογίμ ὀμόμαζαν οἱ Ἑβραῖοι τούς ἀλλοεθνεῖς.