Ιστορικός - Συγγραφέας

Πόθεν ἡ λέξη «σφαλιάρα»

Πηγή: 
Κόντρα

Επειδη ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια –κι ἄς λέγαμε παλιὰ ὅτι «ὁ τράχηλος τοῦ Ἕλληνος ζυγὸν δὲν ὑποφέρει»– τὰ μάγουλα ὄχι μόνο τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτῶν ἔχουν γίνει κατάλληλα γιὰ προσγείωση... σφαλιαρῶν, ἕνας ἀναγνώστης μοῦ ζήτησε νὰ ἀναφερθῶ στὴν καταγωγὴ τῆς σφαλιάρας καὶ στὸ λεκτικό συγγενολόι της. Ἀνταποκρίνομαι ἀλλὰ μὲ δυσφορία, διότι οἱ λέξεις αὐτὲς φέρνουν στὸ νοῦ μου «οἰκήια κακὰ». Ἐν πρώτοις, ἡ λέξη σφαλιάρα εἶναι ἰταλικῆς καταγωγῆς, ἀπό τὸ sfaglio που σημαίνει πήδημα ζώου. Στὴ χαρτοπαικτική ἀργκό σημαίνει τὸ σκάρτο χαρτί καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἡ σημασία ποὺ πῆρε στὴν Ἑλληνική.

Οἱ ἀρχαῖοι χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο ράπισμα (ρῆμα ραπίζω) ποὺ βγαίνει ἀπὀ τὴ λέξη ραπίς (=ραβδί). Ἄρα ραπίζω σημαίνει ραβδίζω, κτυπῶ, χαστουκίζω. Καὶ τὸ χαστούκι; Ἀδυνατῶ νὰ τὸ ἐτυμολογήσω. Ὅπως δὲν ξέρουμε συχνὰ ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεται, δὲν ξέρουμε ἐτυμολογικὰ καὶ ἀπὸ ποῦ προέρχεται.

Οἱ ἀρχαῖοι, γιὰ νὰ εἴμαστε περισσότερο ἀκριβεῖς, χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὸ κτύπημα τῆς παλάμης στὸ πρόσωπο ἄλλου τὴ λέξη κόλαφος, ποὺ σημαίνει ράμφισμα, τσίμπημα πουλιῶν. Ὑπῆρχε καὶ ρῆμα κολάπτω, σὲ ἀναφορὰ μὲ τὰ πουλιὰ, ποὺ σημαίνει ραμφίζω, σκαλίζω καὶ ἀκολούθως χαράζω καὶ γλύφω (ἀπὸ ὅπου τὸ γλύπτης· καμμία σχέση μὲ τὸ γλείφτης). Συχνότατα ὅμως χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη σκαμπίλι. Καὶ αὐτὴ ἔχει δυτικὴ καταγωγή. Ἦταν ἕνα εἶδος χαρτοπαιγνίου –ἴσως νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι– ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ γαλλικὸ brusquembile. Τὴν ὀνομασία αὐτὴ εἶχε ὡς παρωνύμιο ἕνας Γάλλος κωμικὸς τοῦ 17ου αἰώνα ποὺ λεγόταν Deslauris. Προφανῶς εἶχε ἐπίδοση σὲ τοῦτο τὸ χαρτοπαικτικὸ «ἄθλημα». Παλαιότερα ἀλλὰ σπανιώτατα ἀκουγόταν ἡ λέξη «μπάτσος». Ἡ πιθανή καταγωγὴ του εἶναι ἀπὸ τὸ ἀρωμουνικὸ, δηλαδὴ τὸ κουτσοβλαχικὸ, «μπάτσα». Δυστυχῶς, μετὰ τὴν μεταπολίτευση ὁ ὅρος γενικεύτηκε καὶ ἔγινε ὀνομασία τῶν ἀστυνομικῶν, ἐπειδὴ παλαιότερα ὁ ἀστυνομικὸς ἔλεγχος συνοδευόταν ἀπὸ ἄφθονα ραπίσματα. Σὰν ἔνδειξη «δημοκρατικότητας» μετὰ τὴν πτώση τῆς δικτατορίας αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς ἀργκὸ ἔγινε ὅρος ἀρχικὰ τῶν ἐπαναστατημένων νεαρῶν, ἀκολούθως τῶν κινηματογραφικῶν ἔργων, ἀστυνομικῶν μυθιστορημάτων ἀλλὰ συχνὰ καὶ τῶν ἴδιων τῶν ἀστυνομικῶν. Ἀπό τὴ στήλη αὐτὴ εἴχαμε διακηρύξει πὼς εἶναι ἐντροπὴ ἡ γενίκευση αὐτὴ καὶ εἴχαμε καλέσει τὴν ἡγεσία καὶ τὰ συνδικαλιστικὰ ὄργανα τῶν ἀστυνομικῶν νὰ ἀντιδράσουν σ’ αὐτὸ τὸν λεκτικό ἐξευτελισμό. Δὲν εἴχαμε καμμιὰ ἀνταπόκριση.

Ἀλλὰ ἄς συνεχίσουμε, διότι τὰ παντὸς εἴδους ραπίσματα στὸν τόπο αὐτὸ δὲν ἔχουν τελειωμό. Χρησιμοποιεῖται συχνότατα καὶ μᾶλλον χαϊδευτικὰ ἤ θωπευτικὰ ἡ λέξη «φάπα». Εἶναι ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ὀνομάζονται ἠχομιμητικὲς (ἀπὸ τὸ φάπ, ὅπως τὸ γαβγίζω ἀπὸ τὸ γάβ). Τὴ φάπα ἀκόμη χρησιμοποιοῦμε καὶ στὶς λεγόμενες στιγμὲς τῆς πλάκας: «Δῶσ’ του, λέμε μιὰ φάπα»! Ἡ κατραπακιὰ (ἄγνωστη γιὰ μένα ἐτυμολογίας) ἔχει ὡς πεδίο προσγειώσεως τὸν σβέρκο καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ συνωνυμεῖ μὲ τὴν καρπαζιά, ποὺ μᾶς δίνει καὶ τὸ σχετικὸ ρῆμα καρπαζώνω (πιθανῶς ἀπὸ τὸ καρπάζωμα). Πόθεν τὸ ἔτυμον δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Ζητῶ τὴ συνδρομὴ τῶν ἀναγνωστῶν. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὴ λέξη μπούφλα ποὺ σημαίνει γεμάτο καὶ ἠχηρὸ, χορταστικὸ χαστούκι σὰν αὐτὸ ποὺ εἰσπράττουμε σὲ κάθε ἐπαφὴ μας μὲ δημόσιο ταμεῖο!

Ὅλη αὐτὴ ἡ ὀνοματικὴ ποικιλία, ὡς πρὸς τὸ κτύπημα στὸ μάγουλο καὶ στὸ σβέρκο, δείχνει πόσο τραχύς καὶ δύσκολος ὑπῆρξε ὁ νεώτερος ἐθνικός μας βίος. Ἡ ἱστορία –ἰδίως μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς κρίσης– εἶναι μία πορεία διὰ μέσου σφαλιαρῶν. Πρέπει κάποτε νὰ βάλουμε μυαλό καὶ νὰ μὴ δεχόμαστε τὰ ραπίσματα ἀπαθῶς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δουλέψουμε σκληρὰ γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὶς ξένες προκλήσεις μὲ... γροθιὰ. Χαστούκι αὐτοὶ, μπουνιὰ ἐμεῖς. Ἀλλὰ γι’ αὐτὴ ἄλλοτε...