Ιστορικός - Συγγραφέας

Ο πολιτισμός της ευσυνειδησίας

Πηγή: 
Ευθύνη

άνθρωπου, που απομονωμένος, μόνος και ανήμπορος, πέθανε από ασιτία, όταν η γερόντισσα μητέρα που τον φρόντιζε, απε­βίωσε. Τα δύο πτώματα βρέθηκαν μετά παρέλευση πολλών ήμερων. Τα τηλεο­πτικά συνεργεία έσπευσαν να «απαθανατίσουν» το γεγονός. Κι όταν το πλάνο άνοιξε, ο θεατής μπορούσε να δει δίπλα από το καλυβάκι τις πολυτελείς κατοι­κίες των γειτόνων, που κι εκείνοι πληροφορήθηκαν —Ίσως άφωνοι— το δράμα της διπλανής πόρτας από την τηλοψία τους. Αυτό είναι το δράμα της σύγχρονης Ελλάδος: η πολυτελής κατοικία και η φτωχική καλύβα, η παράγκα, η σκηνή, το κοινώς λεγόμενο «τσαντίρι». Η χλιδή και η φτώχεια, η ευτυχία και η δυστυ­χία. Αυτά τα αντιθετικά ζεύγη εικονογραφούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματι­κότητα. Κι όμως αυτές οι αντιθέσεις θα μπορούσαν κάπως να γεφυρωθούν, αν υπήρχε διάθεση για κατασκευή μιας γέφυρας που οδηγεί στην πόρτα του άλλου. Μιας γέφυρας ανθρωπιάς. Οπωσδήποτε είναι ένδειξη πολιτισμού η ειδική προ­σαρμογή των πεζοδρομίων, ώστε να είναι εφικτή η προσπέλασή τους από άτομα με ειδικές ανάγκες. Είναι επίσης ένδειξη πολιτισμού η διεξαγωγή Ολυμπιάδων στις οποίες μετέχουν τα άτομα αυτά. Όμως όλα αυτά δεν είναι αρκετά, αν δεν καταβάλλεται παράλληλα προσπάθεια ώστε να αποκατασταθούν επαγγελματικά. Άτομο με ειδικές ανάγκες μπορεί να σημαίνει και άτομο με ειδικά προσόντα. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν άνθρωποι με παράλυτα πόδια αλλά με πολύ δυνατά χέρια που μπορούν να οδηγούν πολύ βαρειά μηχανήματα. Σήμερα, χάρη στην πρόοδο της μικροηλεκτρονικής, ακόμη και άτομα με βαρειά αναπηρία, αν διαθέτουν κι ένα μικρό δείκτη ευφυΐας, μπορούν να ασκούν εργασία. Θα ήταν ασφαλώς συμβολή στον πολιτισμό η επαγγελματική αποκατάσταση τέτοιων ατό­μων και όχι ο εγκλεισμός τους σε κάποιο «φιλανθρωπικό» γκέτο.

Δυστυχώς από την «Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης» έλειψαν τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Η Ελλάς φοβείται να δείξει τα τραύματά της, για να μη φανεί η αδυναμία και η απροθυμία της να τα θεραπεύσει. Στα διάφορα εκθέματα της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας» υπήρχε δυνατότητα προσπέλασης μόνο στους αρτιμελείς, αλλ' όχι και για τους αναπήρους! Κι όμως αυτοί περισσότερο χρειά­ζονταν να τα δουν και να τα χαρούν. Κι ενώ σε κάθε περίπτωση, που θέλουμε να προβληθούμε, προσφεύγουμε στον πολιτισμό των αρχαίων, λησμονούμε πως εκεί­νοι είχαν προνοήσει «υπέρ των αδυνάτων» με την προσφορά επιδομάτων. Για τους Έλληνες των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων η πρόνοια, με τη μορφή της φιλανθρωπίας, ήταν πολιτικό και θρησκευτικό καθήκον. Σήμερα αφήνουμε τη φιλανθρωπία στο απρόσωπο και απρόσιτο κράτος, και μας διαφεύγει πως φιλαν­θρωπία σημαίνει αγάπη του ανθρώπου για τον άνθρωπο.

Αν, λοιπόν, θέλει κάποιος να λέγεται άνθρωπος, πρέπει να συμπεριφέρεται ως συνάνθρωπος. Τότε δημιουργείται πολιτισμός. Αλλιώς ο ανθρωπισμός γίνε­ται σελίδα βιβλίου, όχι βίωμα και εκδήλωση ζωής. Η ρημαγμένη ύπαρξη, που επαιτεί σε κάποιο σταυροδρόμι μάς αφορά όλους. Είναι και δική μας υπόθεση. Ακόμη και τα λάθη των άλλων είναι δικά μας λάθη, γιατί επιτρέψαμε να γίνον­ται, ενώ θα μπορούσαν χάρη στη δική μας μέριμνα να είχαν αποφευχθεί. Τα πρόσφατα αεροπορικά δυστυχήματα —και πλήθος άλλα δυστυχήματα— θα είχαν αποφευχθεί, αν είχαμε αναπτύξει τον πολιτισμό της ευσυνειδησίας.

Όμως και η ευσυνειδησία είναι απότοκος του ανθρωπισμού. Και ανθρωπισμός, όπως είπαμε, σημαίνει συν-είδηση του ότι το πρόβλημα του διπλανού, του κοντινού και του μακρινού, είναι πρόβλημα όλων μας. Η καταρρακωμένη ύπαρ­ξη που σέρνεται στους δρόμους μάς αφορά όλους. Και βέβαια ανθρωπισμός δεν είναι ένα βλέμμα οίκτου, ούτε το αποδοκιμαστικό βλέμμα και η στροφή του κεφαλιού. Αυτή η συμπεριφορά είναι καταδεικτική μικροψυχίας. Εκφράζει μια διάθεση να κρατήσουμε τη συνείδηση στο απυρόβλητο για να μην ταραχθεί —και μάλιστα «άγιες μέρες»! —από τη θέα οικτρών θεαμάτων. Το ρήμα «οικτίρω» είναι ασπίδα για τους μικρόψυχους. Τα ρήματα «μετέχω» και «συμπάσχω» είναι το ακόντιο του ευσυνείδητου πολίτη, ακόντιο με το οποίο μπορεί να κτυπήσει την αθλιότητα και τη δυστυχία.

Ασφαλώς, ο πολιτισμός της ψυχής, ο πολιτισμός της ευσυνειδησίας είναι υπόθεση παιδείας. Η οικογένεια, το σχολείο, η Εκκλησία, τα ΜΜΕ, η κοινωνία και οι πνευματικοί ταγοί επωμίζονται τη βαρειά ευθύνη να ξεπαγώσουν την ανθρώπινη ψυχή. Η μάνα, ο δάσκαλος, ο κληρικός, ο συγγραφέας, ο δημοσιο­γράφος, όλοι αυτοί που ασκούν επιρροή, μπορούν να πάρουν από το χέρι το παιδί και να του δείξουν ότι το άγαλμα του Ιανού έχει και άλλη όψη: εκτός από το γελαστό, υπάρχει και το σκυθρωπό, το θλιμμένο πρόσωπο της δυστυχίας. Κι ακόμη όλοι αυτοί μπορούν να διδάξουν στο παιδί ότι κάνοντας λιγότερο λυπημένη μιαν άλλη ψυχή, κάνουν πλουσιότερη τη δική τους ψυχή. Πρέπει κάποτε να γίνει συνείδηση όλων πως η αθλιότητα δεν είναι κάτι επετειακό που εμφανίζεται μόνο κατά τις ημέρες κάποιων εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, αλλά ότι εί­ναι καθημερινή πραγματικότητα. Η καλή πράξη δεν είναι κάποια ετήσια εισφορά αλλά διαρκής προσφορά ζωής. Ένας ποιητής έχει πει: «Δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου, αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος». Αυτή είναι η ουσιαστική πρόταση πολιτισμού.

Όταν κάποιοι αναζητούν την επόμενη πολιτιστική πρωτεύουσα, κάποιοι άλλοι —κοντά μας ή μακριά μας— αναζητούν φαγητό. Πολιτισμένος δεν είναι ο λαός που θα παρουσιάσει μια τέλεια οργάνωση με λαμπρά εκθέματα. Πολιτισμός δεν είναι τα πράγματα, είναι οι άνθρωποι. Άλλο πράγμα ο πολιτισμός κι άλλο τα εκθέματα. Τα δύο «μεγέθη» δεν είναι ανάλογα, ούτε αντιστρόφως ανάλογα. Είναι μεταξύ τους άσχετα.

 

Παραμονή Χριστουγέννων 1997