Ιστορικός - Συγγραφέας

ΜΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ

Πηγή: 
Πάροδος

ἀκόλουθες ἱστορικές γραμμές:

«Ρήγα Φερραῖε τό γεμᾶτο ποίηση μουστάκι σου ἔπρεπε νά τό κόψεις γιά νά δείξεις ὅτι τό 1941 οἱ Γερμανοί θά πάρουν στήν Ἀθήνα τό ἀναψυκτικό τους»[1].

Πάντως, ἀπ’ ὅ,τι ἔχω ὑπ’ ὄψη μου ὁ Δημ. Παπαδίστας δέν διεκδίκησε καμμία ἀρχηγία, δέν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ θορύβου οὔτε τῶν «παρεοκλικῶν» πού πάντα ὀργίαζαν στό χῶρο τῶν γραμμάτων μας. Ἦταν ἀθόρυβος καί μοναχικός. Αὐτό τό διαπίστωσα σ’ ἕνα ποίημα πού διάβασα ἀρκετά ἐνωρίς στήν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης». Ἕνα ποίημα βαθειά στοχαστικό -ἔστω κι ἄν εἶχε κάτι πού παρέπεμπε στόν ἑρμητισμό, τόν ὁποῖο φόρτωναν στόν ποιητή πολλοί κριτικοί τῆς τότε ἐποχῆς. Πιό οὐσιαστική ἔγινε ἡ γνωριμία μου -κι ἐννοῶ τήν ἀναγνωστική γνωριμία- ὅταν μετά τήν εἰσαγωγή μου στή Φιλοσοφική τό 1957 κάποιος καλλιεργημένος συγγενής μοῦ χάρισε μιά μικρή συλλογή τοῦ Παποδίτσα πού εἶχε κυκλοφορηθεῖ τή χρονιά αὐτὴ. Εἶχε τόν τίτλο «Παράθυρο» πού καί μόνο ὁ τίτλος σέ στέλνει στόν Καβάφη:

«Εἶμαι μόνος σά δάκτυλο σέ χέρι

πού ἡ μηχανή τοῦ πῆρε τ᾿ ἄλλα τέσσερα.

Ἂν ἤμουν σταγόνα θἄχα σβήσει στά ἔγκατα

διψασμένης γῆς».

Ἀκολούθησε σύντομα μιά ἄλλη συλλογή, τά «Νυχτερινά» καί τό 1959 κι ἄλλη πού τήν ἐπιγράφει «Οὐσίες». Θυμάμαι πόσο μέ εἶχαν συγκινήσει οἱ στίχοι του, οἱ γεμάτοι ὀπτασίες, πού μ᾿ ἔβγαζαν ἀπ᾿ ἕναν χώρο βασανισμένης καί πονεμένης πραγματικότητας καί μέ μετέφεραν στά παραδείσια πεδία τῆς ποίησης:

«Ὑπάρχει ἔνας τόπος ἀπό τραγούδι

ὑπάρχουν γιά τή φωνή μας ὑποσχέσεις

ὄχι ἀπό θάνατο οὔτε ἀπό ρέμβη

χέρια ἀγαπημένα καθώς ἀκουμποῦν στό μέτωπό μας

βλέμματα πού σαλεύουν μέσα μας

ὅπως πουλιά στόν οὐρανό...»

Κάποια συμφοιτήτριά μου, πού διέπρεψε ἀργότερα ὡς πανεπιστημιακός, μοῦ εἶπε πώς ὁ Παπαδίτσας γρήγορα θά ξεκόψει ἀπό τόν ἑρμητισμό καί τόν ἀποκρυφισμό καί θά βρεῖ τό δρόμο του, ψέλνοντας, ὅπως τόσοι ἄλλοι, τό λαϊκό καημό, τούς λαϊκούς ἀγῶνες καί γενικά τό «προοδευτικό κίνημα». Ποτέ δέν μέ ἀπασχόλησε τό ἰδεολογικό credoτοῦ Δημήτρη Παπαδίτσα, οὔτε στά τόσα χρόνια φιλίας πού μέ συνδέουν μέ τή γυναῖκα του, τή ρώτησα γιά τούς πολιτικούς προσανατολισμούς τοῦ συζύγου της. Αὐτό πού πάντα μέ ἐνδιέφερε δέν ἦταν τό πολιτικό φύλλο πορείας ἀλλά τό ποιοτικό ποιητικό φύλλο πορείας ἑνός ποιητῆ.

Παρ’ ὅλο πού διάβαζα ἀπό παδί -κι αὐτό χάρη σπν οἰκογενειακή/συμπατριωτική σχέση μέ τούς Βρεττᾶκο καί Ρίτσο - τήν τότε καί νῦν λεγόμενη πρωτοποριακή ποίηση, στόν ἄγνωστό μου Παπαδίτσα ἔβρκικα στίχους πού εἶχαν ἕναν ἄλλον ἀπόηχο, ἕνα δικό τους χρῶμα, μιά ξεχωριστή γεύση. Ποτέ δέν ἔσβησαν ἀπό τή μνήμη μου οἱ στίχοι ἀπό τά «Νυχτερινά» (1956) μέ τούς ὁποίους κλείνει ἡ συλλογή:

«Ἂν πεινάσεις ἐγώ θά ’μαι τό ψωμί

Τό ξεχασμένο στή σκοτεινιά τοῦ ντουλαπιοῦ

Θέ μου ἡ ψυχή τοῦ πεινασμένου

φωτίζει πάντα ἕνα ψωμί»

Ἤ τό στίχο ἀπό τή συλλογή «Οὐσίες» (1959- 1962), πού τόν εἶχα πάντα ποιητικό ἔμβλημα σέ δύσκολες στιγμές:

«Γιά μιά κραυγή πού κάρφωσε στό τελευιαῖο φέρετρο τή

χιλιοστή μου ζωή»

Ἀκολούθως, οἱ περιπέτειες μιᾶς βαριᾶς στρατεύσεως καί ἀκολούθως ή βασανιστική προσπάθεια μιᾶς ἐπαγγελματικῆς ἀποκατοστάσεως μέ ξέκοψαν ἀπό τά λογοτεχνικά διαβάσματα. Ὥσπου τό 1964 ἦλθε ἡ κατ’ ἐμέ κορυφαία ποιητική δημιουργία τοῦ Παπαδίτσα, ἡ συλλογή «Ἐν Πάτμῳ», μιά ἄλλου εἴδους «Ἀποκάλυψις», ὄχι τρομολαγνική σάν αὐτή τοῦ ὅποιου Ἰωάννη, ἀλλά μιά ἀποκάλυψη ἑνός θείου λόγου, πού μεταρσίωνε σέ ὕψος ἁγιότητος τό ταπεινό νησάκι, τούς ἁπλούς ἀνθρώπους, τά φυιτά καί ὅσα ἔμψυχα. Ἀπό τά πιό ἁπλά καί ἀσήμαντα καί συχνά, ὅπως θά λέγαμε, χυδαῖα (ὅπως ἡ «κόπρος ἀλόγων» καί οἱ «ὄρχεις τῶν νουφάρων»), ὅλα ντύνονται μέ ἕνα ποιητικό φῶς, μέ μιά ὑπερκόσμια λάμψη, σάν νά συνθέτουν χορό Χερουβείμ καί Σεραφείμ πάνω στά βράχια τῆς τότε ἀτουριστικῆς Πάτμου. Διάβασα πολλές κριτικές γιά τό ἔργο αὐτό. Οἱ πολλές ὑμνητικές, κάποιες ἀρνητικές, Οἱ περισσότερες ἔμεναν στό δῆθεν ἀκατάληπτο. Ἀλλά τήν ποίηση δέν χρειάζεται νά τήν καταλαβαίνεις. Χρειάζεται νά τήν αἰσθάνεσαι, νά τήν ὀσφραίνεσαι καί νά τήν ἀνασαίνεις. Σέ τελευιαία ἀνάλυση, ποίηση εἶναι ὅ,τι μᾶς μένει ἀκόμη κι ὅταν ξεχάσουμε αὐτά πού εἴχαμε διαβάσει. Δέν χρειάζεται νά σοῦ διδάξει τίποτε ὁ ποιητής, ὅταν συνεπαρμένος γράφει κάποια στιγμή:

«Δώστε τη στ’ ἀκρογιάλια

Πού ξέρουν μέ τίς στάχτες

Νά ζωγραφίζουν τό ἀχανές

Πάνω σέ οὐράνια βότσαλα»

Δέν χρειάζεται νά σοῦ διδάξει κανείς τίποτε γιά νά μπορέσεις νά αἰσθανθεῖς τήν ἁπλῆ σοφία πού κρύβουν οἱ στίχοι στήν ἴδια συλλογή:

«Καί ποιός δέν ἔγινε ἄνεμος

Στόν ἄνεμο, ποιός δέντρο

Στό δάσος; ὡς δι’ ἐσόπτρου

Βλέπουμε νά διαβαίνει

Ὁ τρέμων μίσχος.»

Ἔκτοτε οἱ στίχοι τοῦ Παπαδίτσα μοῦ ἔγιναν τόσο οἰκεῖοι, τόσο προσιτοί, πού στόλισαν σχεδόν ὅλα μου τά βιβλία, ἀκόμη καί τά ἱστορικά. Ξέρω πώς οἱ πιό πολλοί μελετητές του τόν θεωροῦν μεταφυσικό ποιητή. Προσωπικά τόν θεωρῶ ἀπόλυτα φυσικό, διότι κι αὐτό πού λέμε μεταφυσικό εἶναι λίγο πιό πέρα, λίγο πιό μέσα ἀπό τό φυσικό. Ἀντιγράφω στήν τύχη μερικούς ἀγαπημένους μου στίχους:

«Ν᾽ ἀκούγατε τῆς ὑπόκοφης θάλασσας τό θυμό στό αὐτί τῶν ναυαγίων

.........

Νά βλέπατε ἕνα λαό Ἑλλήνων μέ ἀέρινες ματιές καί φτερωτά βήματα

.........

Ὦ ν’ ἀκούγατε τόν Παρμενίδη στήν ἐρημιά

Τήν Κίρκη πάνω ἀπ’ τό τούλι τοῦ δασύτριχου ἄντρα

Ν᾽ ἀκούγατε τή μουσική τῶν καταρτιῶν τους».

Χάρη στίς σπουδαῖες ἐκδόσεις τοῦ «Μεγάλου ᾽Ἀστρολάβου Εὐθύνη», ἔχουμε ὅλη τήν ποίηση τοῦ Δημήτρη Παπαδίτσα, ἔχουμε καί τά πεζά «Ὡς δι᾽ ἐσόπτρου», ἔχουμε χάρη στήν κ. Ελένη Λαδιᾶ τό μεταφραστικό του ἔργο -ἔργο μεγαλειῶδες εἰλικρινά-, ἔχουμε κάποιες συνεντεύξεις σ᾿ ἐφημερίδες καί περιοδικά, ἀλλά ἀπό τό1987 (22 Ἀπριλίου) δέν ἔχουμε τόν ποιητή. Σ᾽ ἕνα πλῆθος κόσμου ὁ Παπαδίτσας, πού ποτέ δέν ἀμέλησε τήν ἰατρική του ἀποστολή, ἦταν γνωστός ὡς καλός γιατρός. Καλός μέ κάθε ἔννοια. Λίγοι ἀπό τούς ἀσθενεῖς του ἤξεραν πώς ἦταν καί καλός ποιητής. Κάποιοι σήμερα ξέρουν πώς ἦταν ὁ καλύτερος. Αὐτή εἶναι ἡ δική μου κατάθεση.

 

Σαράντος Ι. Καργάκος

[1] Κι ὅμως στήν ἔκδοση τῶν ποιητικῶν ἔργων τοῦ Παπαδίτσα ἀπό τίς ἐκδόσεις «Μεγάλος Ἀστρολάβος/ Εὐθύνη», οἱ στίχοι αὐτοί δέν ὑπάρχουν.