Ιστορικός - Συγγραφέας

ΜΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ

Πηγή: 
Πάροδος

Ἴσως θεωρηθεῖ ὑπερβολικό, ἀλλ᾽ ὅταν ἔχω κάτι στό μυαλό καί τό κλώθω πολύν καιρό, μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά μήν τό πῶ. Καί τό λέω, ὅσο κι ἂν μοῦ κοστίζει συχνότατα αὐτό. Δέν εἶχα κανένα δισταγμό νά στιγματίσω τόν Ρίτσο, πού τόν γνώρισα ἀπό παιδί 12 ἐτῶν, καί τὸν θεωροῦσα ὡς τόν πλουσιότερα προικισμένο Ἕλληνα ποιητή τής μετά τό ’30 ἐποχῆς, ὄχι γιά τήν ἔνταξή του σέ ὁρισμένο κόμμα, ἀλλά γιατί δέν θέλησε νά κατανοήσει -κι ὅμως τό ἤξερε- ὅτι αὐτός ὡς ποιητής ἦταν πάνω ἀπό τό κόμμα. Κι ὅμως ἔβαλε τόν ἑαυτό του (αὐτό ἦταν δικαίωμά του) καί τό ἔργο του (αὐτό δέν ἦταν δικαίωμά του) ὑπό τό κόμμα.

Σήμερα -καί περισσότερο αὔριο- πού ἀρχίζει νά περνᾶ ὁ καιρός τῶν συρμῶν καί σβήνει τό τεχνητό φῶς τῶν κάθε λογῆς προβολέων, μπαίνουμε σέ μιά νέα φόση ἐπανακατατάξεως τῶν λογοτεχνικῶν μας ἀξιῶν. Αὐτό δέν ἀφορᾶ στούς λεγόμενους majoresἀφορᾶ καί στούς λεγόμενους minores. Δέν ἀποκλείεται μελλοντικά νά δοῦμε τόν Μαλακάση καί τόν Πορφύρα νά πηγαίνουν πιό ψηλά ἀπό ὀνόματα πού κράτησαν τίς πρῶτες θέσεις στόν ἑλληνικό Παρνασσό γιά διάστημα 50 ἐτῶν. Δέν ἀποκλείεται κάποιοι δῆθεν πρωτοποριακοί νά κριθοῦν ὡς πεζολογοῦντες ἤ παραδοξολογοῦντες ἤ περιεργογραφοῦντες κειμενογράφοι, πού χρειάζεται πολυετής μόχθος γιά νά βρεῖς μέσα στό ἔργο τους -ἔστω καί ὀγκῶδες- ποιητικό μέγεθος κόκκου σινάπεως.

Ἴσως τότε, ὅταν θά κατακάτσει ὁ δημοσιογραφικός ἀλλά καί ὁ κοσμικός πανεπιστημιακός κουρνιαχτός, νά ἀναγνωριστοῦν ὡς κορυφαῖοι μεταπολεμικοί ποιητές ὁ Γιάννης Ρίτσος (ἄν ἀπορριφθοῦν τά 4/5 τοῦ ἔργου του ὡς πεζολογικά) καί ὁ Δημήτρης Παπαδίτσας, χωρίς καμμιά ἀπόρριψη. Τόν Δημήτρη Παπαδίτσα δέν εὐτύχησα νά τόν γνωρίσω προσωπικά. Ὅ,τι ξέρω γιά τόν ἄνθρωπο, τό ὀφείλω στόν πολυτίμητο φίλο Κώστα Τσιρόπουλο καί στήν ἀνεξάντλητη σέ πνεῦμα συμβία του, τήν Σούλα Παπαδίτσα, ἀπαραίτητο μέλος μιᾶς κλειστής συντροφιᾶς.

Τόν Παπαδίτσα τόν γνώρισα ἐνωρίς ἀπό κάποια ἐπικριτικά σχόλια τοῦ κατά πολλά σοφοῦ ἀλλά λογοτεχνικά ἀνάλγητου Γ. Κορδάτου, πού ὑπῆρξε πρῶτος ὁδηγός μου στά μονοπάτια τῆς ἱστορίας· τόν γνώρισα καί μετά τήν ἀντιπαράθεση πού εἶχα μέ τόν μακαρίτη Γιώργη Κοτζιούλα (1909-1956), πού σέ μιά ἐποχή ποιητικά κρίσιμη, λόγῳ τῆς στροφῆς πρός τόν ἐλεύθερο στίχο πού ἤδη εἶχε ἐπιβληθεῖ, τόλμησε μέ τήν περίφημη παμφλέττα του «Ποῦ τραβάει ἡ ποίηση;» νά πεῖ πράγματα πού γιά μᾶς τούς πνευματικούς νεοσσούς πού μέ σθένος, ὅσοι νογούσαμε, ὑποστηρίζαμε τήν κάθε λογῆς πρωτοπορία, ἦταν προκλητικά -ἀλλά φοβᾶμαι, ἔτσι ὅπως πάει ἡ ποίηση, κατά μέγα μέρος σωστά: Ἀντιγράϕω:

«... Αξίζει νά γραφτεῖ πώς ἀπό τό πρῶτα φιντάνια αὐτοῦ τοῦ ποιηηκοῦ περιβολιοῦ καί πολέμιος ἀποφασιστικός τῆς γηραλέας παράδοσης, ἐμφανίστηκε ὁ ἁβροδίαιτος, Ἑλληνοαμερικανός τώρα, Νικήτας Ράντος (Καλαμάρης), πού πολύ ἀχάριστα τοῦ φέρνονται οἱ σημερινοί ἐλευθεροστιχίτες μέ τό νά μήν ἔχουν ἀνακηρύξει ἐπίσημο πάτρωνά τους μαζί μέ τόν μακαρίᾳ τῇ λήξει Θεόδωρο Ντόρο (ὄνομα καί πράμα!), συγγραφέα τῆς συλλογῆς στοῦ γλυτωμοῦ τό χάζι. Δέν εἶχαν βγεῖ βλέπετε ἀκόμα οἱ Ἐμπειρίκος, ᾿Εγγονόπουλος καί Σία, πού ἐμφανίζονται γι᾿ ἀρχηγέτες καί πρωτοπόροι τῆς ποιητικῆς τους δυναστείας»

(σ.σ. 8-9).

Στήν ὀργάνωση «Σία» (ὄχι μέ τή σύγχρονη κακή τοῦ ὅρου σημασία) συμπεριλαμβανόταν καί ὁ Δημ. Παπαδίτσας, ἐπειδή στό σατιρικό ποίημα πού εἶχε γράψει νεώτατος, τό 1945, μέ τίτλο «Ἱστορικό» τῆς συλλογῆς «Ἐντός παρενθέσεως», εἶχε γράψει ὁμολογουμένως τίς