Ιστορικός - Συγγραφέας

Λαύριο: Ὁ πόλεμος τῆς πείνας (2)

Πηγή: 
Κόντρα

Εμεις τὰ παιδιὰ τῆς Κατοχῆς θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας συμπτωματικὲς ἐπιβιώσεις τοῦ Μεγάλου Πολέμου. Κι αὐτὸ εἶναι καλὸ νὰ τὸ μαθαίνουν τὰ νέα παιδιὰ ποὺ μιὰ οἰκονομικὴ κρίση τὰ ἔκανε νὰ βάλουν μαῦρα «σκουτιὰ». Συνεχίζει ὁ φίλος Μανώλης Πράτσικας στὸ βιβλίο του «Ἡ  Κατοχὴ στὴν Ἀθήνα» νὰ ἐξιστορεῖ τὴν τραγωδία τῆς πείνας τώρα τὸν Ἰούνιο-Ἰούλιο τοῦ 1942.

«Ἡ πεῖνα ἄρχισε νὰ πιάνει ρίζες (...) Ἔμαθα ὅτι οἱ Ἀρβανίτες ἀπὸ τὰ Μεσόγεια σταμάτησαν νὰ στέλνουν τὰ χορταρικὰ τους στὸ Λαύριο. Δὲν συμπαθοῦσαν τοὺς Λαυριῶτες γιατὶ ἦσαν πιὸ πολιτισμένοι καὶ προοδευτικοὶ».

Ἄς μὴ ρίχνουμε ὅμως εὐθῦνες ἀποκλειστικὰ στοὺς Ἀρβανίτες τῶν Μεσογείων. Ἀνάλογα φαινόμενα εἴχαμε σχεδὸν σὲ ὅλες τὶς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ, κατὰ κύριο λόγο, στὴν Ἀθήνα. Ἀλλὰ ἄς ἀφήσουμε τὸν Μανώλη Πράτσικα νὰ συνεχίσει:

«Εἶχα διοριστεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου στὸ ἐργοστάσιο Βλαδώφ-Μποδοσάκη. Ὅταν ἦρθαν οἱ Γερμανοὶ στὸ ἐργοστάσιο σὰν φρουρὰ, ἐγὼ παρέμεινα γιὰ λίγο. Ὅμως ἔφυγα κυνηγημένος. Αἰτία ἦταν τὸ παρακάτω ἐπεισόδιο. Κάθε μεσημέρι ἕνας Γερμανὸς στρατιώτης τηγάνιζε πατάτες δίπλα στὸ γραφεῖο μου. Ἐγὼ ἄκουγα στὸ ραδιόφωνο τὸ Λονδίνο ποὺ ἔλεγε ὅτι ἡ Μόσχα πέφτει καὶ ὅλο πέφτει. Ἔτσι καὶ ἐγὼ τὸ ἐπαναλάμβανα. Καμαρὰτ - Ἡ  Μόσχα καποὺτ! Αὐτὸς γελοῦσε καὶ μὲ ἄφηνε κι ἔτρωγα πατάτες. Ὅμως ἡ Μόσχα δὲν ἔπεφτε καὶ ὁ Γερμανὸς ἀγρίεψε. Μιὰ μέρα εἶπα κάτι σχετικὸ καὶ μὲ κλώτσησε».

Κάτι ἀνάλογο ἔπαθα κι ἐγὼ, ὅταν πῆγα νὰ διαφεντέψω ἕνα καρβέλι ἀπὸ τὸ φόρτωμα ποὺ μᾶς ἔφερνε μιὰ θειὰ μου στὴν Παλαβίνα Πετρίνας. Οἱ Γερμανοὶ κρυμμένοι ἐκεῖ κοντὰ παρακολουθοῦσαν μὲ τὰ κιάλια τὴ θειὰ καὶ, ὅταν ἄρχισε τὸ ξεφόρτωμα, ὅρμησαν καὶ μᾶς πῆραν ὅλα τὰ ψωμιὰ. Προσπάθησα νὰ σώσω ἕνα ἀλλὰ ὁ Γερμανὸς μοῦ ἔδωσε μιὰ κλοτσιὰ στὴν κοιλιὰ καὶ μοῦ πῆρε τὸ καρβέλι. Ἄλλο ἕνα βράδυ χωρὶς ψωμὶ! Ἀλλὰ ἄς ἀφήσουμε τὸν Πράτσικα νὰ μᾶς τὰ πεῖ:

«Λογάριαζα νὰ πάω στὴν Ἀνάβυσσο ποὺ μάζευαν ἁλάτι. Ὅμως μὲ πληροφόρησαν ὅτι οἱ ἐργάτες εἶχαν τὰ πόδια τους πρησμένα καὶ πληγιασμένα, ἀφοῦ δὲν φοροῦσαν προστατευτικὰ παπούτσια.

Ἦταν μιὰ οἰκογένεια μὲ πατέρα πρώην Δήμαρχο. Εἶχε ἕξι παιδιὰ. Δύο κορίτσια ποὺ ἐπέζησαν καὶ τέσσερα πανέμορφα ἀγόρια ποὺ πέθαναν τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο ἀπὸ καλπάζουσα φυματίωση ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Μὲ τὰ τρία ἤμουν φίλος. Κάποια μέρα πῆγα στὸ Θορικὸ στὸ δικό τους ἀμπέλι. Δὲν ὑπῆρχε τίποτα...».

Προφανῶς τὸ ἀμπέλι εἶχε «τρυγηθεῖ» ἀπὸ τοὺς πεινασμένους τῆς περιοχῆς. Ὁ  Πράτσικας ἀναφέρεται καὶ στὴν αὐτοθυσιαστικὴ γιαγιὰ του, ποὺ ἔδινε τὸ παξιμάδι της «οἰκονομία τῆς ζωῆς» νὰ τὸ φάει αὐτὸς ποὺ εἶχε ζωὴ. Ἀναφέρεται ἀκόμη καὶ σὲ δύο διερμηνεῖς Λαυριῶτες. Εἶχε δεῖ τὸν ἕνα νὰ ἀποχαιρετᾶ ἐγκάρδια τοὺς Γερμανοὺς, ὅταν ἐγκατέλειπαν τὸ Λαύριο. Αὐτὸν, ὅπως ἔμαθε, τὸν ἐκτέλεσε ἀργότερα τὸ Ε.Α.Μ. Τὸν γράφει μὲ τὸ ἀρχικό Φ., ἀλλὰ στὴ σελ. 75 βάζει ὁλόγραφο τὸ ὄνομά του. Ὁ ἄλλος διερμηνέας «ἦταν ὁ Κ(ανονᾶς), παλιὸς ναυτικὸς καὶ λαϊκὸς τύπος. Σκοτώθηκε κάποια φορὰ ὅταν προσπάθησε νὰ ἀνοίξει μιὰ νάρκη νὰ πάρει τὴν πυρίτιδα». Προφανῶς τὴ χρειαζόταν γιὰ νὰ φτιάχνει ἐκρηκτικὸ ὑλικὸ ποὺ τὸ ἔρριχνε στὴ θάλασσα γιὰ σκότωμα καὶ μάζωμα ψαριῶν. Πάντως τὸ ψάρεμα μὲ ὅ,τι λογῆς μέσο συνεχιζόταν στὶς κοντινὲς ἀκτὲς μέχρι τὴ Μακρόνησο. Ἀλλὰ δὲν ἐπαρκοῦσε γιὰ ὅλο τὸν πληθυσμό. Συνεχίζει ὁ Μανώλης Πράτσικας:

«Κάποτε ἔφερναν ψάρια. Ἔτσι ἔγινε κι αὐτὴ τὴ φορὰ. Ψάρια στὴν ψαραγορὰ. Ἔμειναν τὰ μικρὰ (ψάρια). Τὰ μεγάλα τὰ πήγαιναν στὸ Μοίραρχο. Εἶχε γυναίκα Γερμανίδα. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἔστειλαν τὰ ψάρια σὲ ἄλλον πάγκο. Μακριὰ ἀπό ἐκεῖνον ποὺ εἴχαμε κάνει σειρά. Ἀναγκάσθηκα καὶ ἔτρεξα γιὰ νὰ βρεθῶ καὶ πάλι πρῶτος γιὰ ν’ ἀγοράσω. Ἦταν μιὰ ἀπόσταση τριάντα περίπου μέτρων. Ἔτσι καθὼς ἔτρεξα, πίστεψα ὅτι πετοῦσα...»!

Σήμερα, ὅπου τὸ Λαύριο τείνει νὰ μεταβληθεῖ σὲ Μύκονο τῆς Ἀττικῆς, στὴν παλιὰ, κάποτε πανέμορφη, ψαραγορὰ, ὅπου βρίσκαμε τὰ ψάρια νὰ πηδοῦν στὸ τελάρο, μόνο ἕνα ψαράδικο ὑπάρχει. Τὰ ἄλλα ἔχουν μεταβληθεῖ σὲ ταβερνάκια καὶ τὸ καλοκαίρι ἐκεῖ γίνεται τὸ... ἀδιαχώρητο! Καὶ ὁ φίλος μου ὁ Μανώλης; Στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς ἔφυγε γιὰ τὴν Ἀθήνα. Τὸν ἀκολούθησε ἡ οἰκογένειὰ του. Τὸ προσφυγικό σπίτι τους «τὸ κατέλαβε νταηλίδικα καὶ πρόστυχα ἕνας ἀχώνευτος τύπος, ὁ Λεωνίδας. Ἀκόμη καὶ τώρα ἄν τὸν εἶχα μπροστὰ μου θὰ τοῦ ἔβγαζα τὰ μάτια»! Εὐτυχῶς ὁ Μανώλης, στὶς συχνὲς ἐπισκέψεις στὸ Λαύριο, δὲν συναντήθηκε ποτὲ μὲ τὸν ἐν λόγῳ Λεωνίδα.