Ιστορικός - Συγγραφέας

Κανάρης καὶ Φλωμπὲρ

Πηγή: 
Κόντρα

Η ελληνικη ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ τὰ λαμπρὰ κατορθώματα τῶν Ἑλλήνων ἀγωνιστῶν γέννησαν σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἕναν ἀπέραντο θαυμασμὸ. Ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ Ἑλλάς ξαναγυρίζει στὶς ἀρχαῖες δόξες της, ὅτι ἀναστήθηκαν ὁ Λεωνίδας, ὁ Περικλῆς, ὁ Φωκίων, ὁ Μ. Ἀλέξανδρος. Γιὰ τὸν ἀρχαῖο κόσμο ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση καὶ δῶθε οἱ Εὐρωπαῖοι καλλιτέχνες καὶ συγγραφεῖς εἶχαν πλάσει μιὰ ἐξιδανικευτικὴ εἰκόνα. Ζωγράφοι καὶ γλύπτες τοὺς παρίσταναν σὰν γεννήματα νεραϊδῶν. Γιγαντόσωμους, ὡραιοπρόσωπους, καλλίκορμους. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς πολλοὶ λογοτέχνες καὶ καλλιτέχνες ἔδιναν μιὰ ἐξιδανικευτὴ εἰκόνα, τὴν ὁποία θὰ δοῦμε στὰ ρολόγια ποὺ θὰ ἐκδώσει ὁ οἶκος «Ὁλκὸς». Ὅταν ὅμως πολλοὶ συγγραφεῖς ἦλθαν στὴν Ἑλλάδα, ἀπογοητεύθηκαν, σὰν εἶδαν τοὺς ἀγωνιστὲς καὶ τὸν λοιπὸ ἑλληνικό κόσμο. Ἄνθρωποι βραχύσωμοι, ἰσχνοί, συχνὰ ρακένδυτοι, ἀνυπόδητοι –καὶ τὸ χειρότερο– μελαχροινοί καὶ μαυρομάτηδες. Οὐδὲν κοινὸν πρὸς τὸν ξανθὸ, ὑψίκορμο, ρωμαλέο ποὺ ἔβλεπαν σὲ ἀγάλματα, ζωγραφιὲς ἤ διάβαζαν σὲ διάφορα ἀρχαιολατρικὰ βιβλία. Αὐτὸ πιθανῶς ἔκανε καὶ τὸν Φαλλμεράνερ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι οἱ σύγχρονοι κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχουν καμμιὰ γενετικὴ σχέση μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἀλλὰ εἶναι ἀπόγονοι Σλάβων, Ἀβάρων, Ἀλβανῶν - λὲς καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ εἶναι γιὰ πέταμα!

Καὶ μπορεῖ ὁ Φαλλμεράνερ αὐτὰ ποὺ ἔγραψε νὰ τὰ ἔγραψε γιὰ πολιτικοὺς σκοποὺς, ὅμως τὸν ἴδιο αἰφνιδιασμὸ ἔνιωσαν καὶ πολλοὶ σπουδαῖοι λογοτέχνες, ὅπως ὁ Γουσταύος Φλωμπέρ ποὺ, ὅταν ἔκανε τὸ ταξίδι του στὴν Ἑλλάδα, ἔσπευσε στὶς 10/12 Ἰανουαρίου 1851 νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πυρπολητὴ Κων. Κανάρη ποὺ ἡ πέννα τοῦ Βίκτωρος Οὐγκώ τοῦ εἶχε δώσει ἡμιθεϊκὲς διαστάσεις. Ἀξίζει νὰ δώσουμε τὴν περιγραφή τοῦ Γάλλου συγγραφέα γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι τὸ μεγαλεῖο δὲν βρίσκεται σὲ ὅ,τι φαίνεται ἀλλὰ σὲ ὅ,τι κρύβεται μέσα στὴν ψυχή:

«Σαλόνι μὲ ἔπιπλα ἀπό μαόνι καὶ καρυδιὰ˙ ἐπίπλωση, σαλόνι γιατροῦ μικρῆς πόλης˙ χρωματιστὰ ποτήρια πάνω σὲ κομμάτια κεντημάτων μὲ μπορντοῦρες μάλλινες, σύγχρονες γκραβοῦρες στοὺς τοίχους.

Ὁ  Κανάρης μπαίνει στὸ σαλόνι, δίνοντάς μας χειραψία. Ἄντρας μικροκαμωμένος, κοντόχοντρος, σταχτερὸς, ἀσπρομάλλης, μύτη ζουπηγμένη καὶ λοξὴ στὴν ἄκρη, πρόσωπο τετράγωνο˙ ὕφος βίαιο γλυκό, δίχως μέτωπο. Παραμένει μὲ τὴ δεξιὰ γάμπα στὸ πλάι, τὸ γόνατο γυρισμένο, τὸ πόδι ἔξω, καθὼς κάθεται στὴν πολυθρόνα του.

Μιλάει μόνο γιὰ τὸν κύριο Piscatory (Σημ. πρέσβη τῆς Γαλλίας στὴν Ἀθήνα ἀπό τὸ 1840 μέχρι τὸ 1847), τὸν ὁποῖο φαίνεται νὰ θαυμάζει πολύ, κόβει τὴ συζήτηση κάθε φορὰ ποὺ γίνεται λόγος γιὰ τὸν ἴδιο, ἔχει ἀκούσει νὰ ἀναφέρεται ὁ Victor Hugo (τοῦ ὑποσχέθηκα νὰ τοῦ στείλω τὰ κομμάτια ποὺ τὸν ἀφοροῦν)˙ μάτια μικρὰ. Καθισμένος ἀρκετὰ μακριὰ του δὲν μπόρεσα νὰ δῶ πῶς παίζει τὸ πρόσωπό του.

Ἕνα μικρὸ πορτραῖτο του, ἐλαιογραφία, ἀπαίσιο, ὅπου παριστάνεται μὲ μιὰ πυξίδα καὶ ἕνα χάρτη. Πραγματικός ἀστὸς! Θλιβερὴ ἐπίσκεψη! Νὰ ὡστόσο ἕνας ἄνθρωπος αἰώνιος, ἀπαθανατισμένος!

Πόσο αὐτὸ ἐξυψώνει τὸν ἄλλο (τὸν Hugo), καὶ πόσο πάλι αὐτὸ τὸν ἐξυψώνει, τοῦτον!» (Γ. Φλωμπέρ: «Ταξίδι στὴν Ἑλλάδα», ἐκδ. Ὁλκὸς, σσ. 88-89).

Ὁ καημένος ὁ Φλωμπέρ, φανταζόταν ὅτι θὰ ἔβλεπε ἕναν «σούπερμαν», δράκο μὲ χοντρόλαιμο, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Βάρναλης, καὶ εἶδε ἕνα ἀνθρωπάκι. Καὶ μόλις περὶ τὸ τέλος κατάλαβε λιγάκι ὅτι –γιὰ νὰ παραλλάξω στίχους τοῦ Παλαμᾶ– ἡ μεγαλοσύνη τῶν ἀνδρῶν δὲν μετριέται μὲ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος ἀλλὰ μὲ τῆς ψυχῆς τὸ πύρωμα καὶ τὴ διάθεση γιὰ θυσία. Τόσον αὐτὸς (ἀλλὰ σὲ περισσότερο βάθος) ὅσο καὶ ὁ Φαλλμεράνερ εἶδαν τοὺς τότε κατοίκους τῆς Ἑλλάδος ἐξωτερικὰ. Ὁ Φαλλμεράνερ εἰδικὰ δὲν ἦταν τὸ κατάλληλο θερμόμετρο γιὰ νὰ μετρήσει τὸ πύρωμα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς.