Ιστορικός - Συγγραφέας

Η ώρα της μεγάλης κρίσης για τον Ελληνισμό

Ημερομηνία: 
22/02/2012
Τόπος: 
Λευκωσία

για να επαναστατήσει. Αυτά που γίνονται επί μία τριετία στην Αθήνα δεν είναι επαναστατικές εκρήξεις· είναι προοίμιο ενός νέου εμφυλίου σπαραγμού. Η κρίση, οικονομική και διανοητική – έφερε την ακρισία, έφερε το φθόνο και την κακία, με αποτέλεσμα ο ένας Έλληνας να μισεί τον άλλο- κι όχι πια για λόγους ιδεολογίας. Βρισκόμαστε σε τέλεια σύγχυση. Είμαστε σαν τον ναυαγό τη νύχτα που αντί να κολυμπά προς την ξηρά κατευθύνεται απυξίδωτος προς τα βαθύτερα νερά.

Δεν λέω πως είμαστε αβοήθητοι στον παρόντα καιρό. Δεν έχει περάσει χρόνος πολύς που δύο Γάλλοι καθηγητές του πανεπιστημίου του Μετς, οι Τιερί Φορμέ και Μαρτέν Στεφένς, έγραψαν στην εφημερίδα «Φιγκαρό» τα ακολουθα συγκινητικά: «Μιλάμε διαρκώς για το ελληνικό χρέος. Χωρίς να επισημάνουμε ότι η Ευρώπη είναι αυτή που εδώ και 2.500 χρόνια έχει ένα χρέος προς την Ελλάδα. Ένα χρέος αιώνιο, αφού αφορά τα θεμέλιά της». Αυτό που δεν κατανοούν ίσως οι Γάλλοι καθηγητές είναι πως αυτά τα θεμέλια θέλουν να υπονομεύσουν αυτοί που ξεθεμέλιωσαν πρώτα πνευματικά και μετά οικονομικά με τα κάθε λογής «τσιράκια» τους την Ελλάδα. Δεν πρέπει οι Ευρωπαίοι του αύριο να έχουν ωε ηθικό και πνευματικό πρότυπο τον Έλληνα άνθρωπο, αλλά τον κοντινό πρόγονό τους, τον Βάνδαλο άνθρωπο. Κι αυτός ο Βανδαλισμός, ως επαναστατική πράξη, εισάγεται και στην Ελλάδα.

Δεν θα πω ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ταγοί, αφού, χρόνια τώρα ο Ελληνισμός πολιτεύεται σε έγκλιση υποτακτική, δεν είναι απέναντί μας ανεκτικοί. Ούτε θα πω ότι δεν μας προσέφεραν στη συμφορά μας «τσάι και συμπάθεια». Θα πω απλώς ότι οι εκδηλώσεις συμπαθείας των εταίρων μας μοιάζουν με προσευχή χιτλερικού βασανιστή. Θα προσθέσω όμως ότι την αφορμή τη δώσαμε εμείς. Την οικτρή κατάσταση που δημιουργήσαμε την έχει περιγράψει με ενάργεια από το 2ο μ.Χ. αιώνα ο Λουκιανός με το έργο του «Μένιππος ή Νεκυομαντεία». Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Μένιππος κατέρχεται στον κάτω κόσμο, ερωτάται από κάποιον Φιλωνίδη, τι γίνεται στον επάνω κόσμο. Κι ο Μένιππος με τέσσερις λέξεις εικονογραφεί τους τότε ανθρώπους και τους νυν: «Ἁρπάζουσιν, ἐπιορκοῦσι, τοκογλυφοῦσιν, ὀβολοστατοῦσιν».

Μετά τη ζοφερή εικόνα που σας έδωσα, εύλογα κανείς μπορεί να αναρωτηθεί αμλετικά: «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Θα απαντήσω: να ζει, αλλά να ζει ελληνικά. Δηλαδή ηρωικά. Πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στον εαυτό μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στο παρελθόν μας, πρέπει και πάλι να πιστέψουμε στην ιδέα του έθνους. Η πίστη στο έθνος μας στην κρίσιμη τούτη καμπή είναι ανάγκη ζωής. Όχι, όμως, καπηλεία του έθνους, όπως έγινε συχνά στο παρελθόν. Το έθνος ως προσφορά θυσίας θα φέρει την αυριανή σωτηρία. Όπως έγραψε τότε που μπαίναμε στην ΕΟΚ ένα από τα πιο φωτεινά ελληνικά μυαλά, ο Πάνος Καραβίας, «για να γίνει το έθνος παλμός καρδιάς, ένα με το αίμα της νιότης μας, πρέπει πρώτα η νιότη μας (Σημ. Σ.Ι.Κ. εννοεί τη νεολαία) να πάει συνείδηση, να πεισθεί πως το έθνος και το εγώ είναι, για τον Έλληνα, έννοιες που δένονται η μια με την άλλη, και πως υπηρετώντας το έθνος πλαταίνεις οικουμενικά και πλουτίζεις σε βάθος το εγώ σου, δίνεις ομορφιά στη ζωή σου και γιομίζεις αγάπη για τον άνθρωπο. Κι