Ιστορικός - Συγγραφέας

Από τη Σπαρτιατική Φάλαγγα ως τη Ρωμαϊκή Λεγεώνα

Πηγή: 
Αεροπορική Επιθεώρηση, τ. 89, Ιούλιος 2010

βάθος της σπαρτιάτικης φάλαγγας είχε κατά κανόνα πυκνότητα 8 ανδρών (οκτώ γραμμές σε ευθεία παράταξη). Οι οπλίτες, πέραν του οπλισμού που προαναφέραμε, φορούσαν για την προστασία της κεφαλής περικεφαλαία με λοφίο, που τους έκανε πιο φοβερούς. Κρατούσαν το δόρυ με το δεξί χέρι και την ασπίδα με το αριστερό. Πολεμούσαν κατά ζεύγη (κι αυτό εξηγεί και τον περίφημο λακωνικό έρωτα· σύντροφοι στη ζωή και σύντροφοι και στη μάχη)[7].

Σε παλαιότερες εποχές το κύριο όπλο μάχης ήταν το ιππικό ή το άρμα το συρόμενο από άλογα. Οι Σπαρτιάτες με τη φάλαγγα κατέβασαν την εξ ύψου (από το άλογο ή το άρμα) μάχης στο έδαφος. Το πέλμα του οπλίτη απέκτησε υπεροχή έναντι της οπλής του αλόγου, και τούτο σημαίνει υπερκέραση της αριστοκρατίας από μια ευρύτερη πολιτική κοινωνία οπλιτών. Πάντως στη Σπάρτη διατηρήθηκε, σε ανάμνηση των παλαιών πολεμικών ημερών, η ονομασία «ιππείς» για 300 επίλεκτους πολεμιστές που περιστοίχιζαν τον βασιλιά στη διάρκεια της μάχης. «Ιππείς» λέγονταν -έστω κι αν ήσαν πεζοί- και οι 300 που πολέμησαν με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, «ιππείς» επίσης λέγονταν και οι 300 οπλίτες που ξεπροβόδισαν τον Θεμιστοκλή, όταν, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, είχε επισκεφθεί τη Σπάρτη.

 Θα ήταν παράλειψη, αν στα περί σπαρτιατικής φάλαγγας δεν προσθέταμε ότι ως οπλίτες και με τον ίδιο οπλισμό μετείχαν και οι Περίοικοι, επίσης και οι λεγόμενοι «μόθακες» (κυρίως από μεικτούς γάμους) που μετείχαν από παιδιά της σπαρτιατικής αγωγής. Από τους μόθακες προερχόταν μερικά από τα επιφανέστερα τέκνα της Σπάρτης, όπως οι ναύαρχοι Καλλικρατίδας και Λύσανδρος και ο καταστροφέας των Αθηναίων στη Σικελία, ο Γύλιππος. Τέλος, ένα ειδικό τμήμα της φάλαγγας αποτελούσαν οι Σκιρίτες (το όνομα από την αρκαδική περιοχή της Σκιρίτιδας που αργότερα έγινε λακωνική). Οι Σκιρίτες ήσαν 600 επίλεκτοι πεζοί (κακώς θεωρήθηκαν ιππείς) που κρατούσαν το αριστερό κέρας και μάχονταν κοντά στο βασιλιά. Ήταν μονάδα ειδικών αποστολών. Αυτοί «αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή κατά την πορεία, αυτοί ανελάμβαναν τη νυκτοφυλακή, την ανίχνευση του εδάφους και πρώτοι αυτοί άρχιζαν την επίθεση»[8].

 

Γενικά περί της ελληνικής φάλαγγας (εκτός Σπάρτης)

 Μετά τις καινοτομίες των Σπαρτιατών, που τις «πλήρωσαν» άσχημα Μεσσήνιοι, Αρκάδες, Αργείοι, σταδιακά όλες οι ελληνικές πόλεις άρχισαν ως προς την στρατιωτική τους οργάνωση να έχουν ένα «φαλαγγιτικό» προσανατολισμό. Με βάση τα στρατιωτικά «εγχειρίδια» που αναφέραμε στην εισαγωγή, η ελληνική φάλαγγα στην κλασική της μορφή αποτελείτο από τέσσερα μέρη, για αυτό και λεγόταν τετραφαλαγγία με συνολική δύναμη (υπό ιδανικές συνθήκες) 16.384 ανδρών. Η τετραφαλαγγία χωριζόταν σε δύο διφαλαγγαρχίες[9] (8.192 άνδρες). Η διφαλαγγαρχία, με την σειρά της, χωριζόταν σε δύο φαλαγγαρχίες (δύναμη 4.000 περίπου ανδρών) και περιελάμβανε δύο μεραρχίες. Κάθε μεραρχία σχηματιζόταν από δύο χιλιαρχίες. Ο διοικητής της μεραρχίας λεγόταν μεράρχης και της χιλιαρχίας χιλιάρχης. Υπήρχαν και ακόμη μικρότερες μονάδες που θα πήγαινε σε μάκρος να τις αναφέρουμε.

Σε γενικές γραμμές η ελληνική φάλαγγα (μη εξαιρουμένης και της λακωνικής) είχε σχήμα επιμήκους «πλινθίου». Υπό ιδανικές συνθήκες είχε βάθος 16 γραμμών ή «ζυγών»[10]. Κατά τη μάχη το σύνολο της φάλαγγας χωριζόταν σε δύο μέρη: το δεξιόν κέρας και το ευώνυμον κέρας (αριστερό)[11]. Το μέσον της παρατάξεως λεγόταν