Ιστορικός - Συγγραφέας

Από τη Σπαρτιατική Φάλαγγα ως τη Ρωμαϊκή Λεγεώνα

Πηγή: 
Αεροπορική Επιθεώρηση, τ. 89, Ιούλιος 2010

όρκος εκπηγάζει από τις στρατιωτικο-θρησκευτικές παραδόσεις της Σπάρτης.

Οι ενωμοτίες καθόριζαν και το σχηματισμό της λακωνικής φάλαγγας κατά τη μάχη. Κάθε ενωμοτία χωριζόταν σε στίχους (γραμμές) που ο αριθμός τους καθοριζόταν από το βάθος της παρατάξεως. «Ο διοικητής της ενωμοτίας, ο ενωματάρχης, στεκόταν στην κεφαλή της ενωμοτίας και γι’ αυτό λεγόταν πρωτοστάτης. Ο τελευταίος οπλίτης της ενωμοτίας λεγόταν ουραγός»[4].

Εξυπακούεται πως, όταν γινόταν αναστροφή, ο ουραγός έπαιρνε θέση πρωτοστάτη. Τόσον οι πρωτοστάτες, όσο και οι ουραγοί χρησίμευαν ως οδηγοί στις πορείες και στις μάχες.

Οι οπλίτες της λακωνικής φάλαγγας, όπως συμβαίνει σε όλους τους στρατούς μεταγενέστερων εποχών, είχαν ένα τύπο ειδικής εμφανίσεως κατά την διεξαγωγή της μάχης. Φορούσαν ερυθρά «φοινικίδα» χλαίνη και δεν έκανε άμεσα ορατό το αίμα τους κατά τον τραυματισμό. Κρατούσαν χάλκινη ασπίδα μεγάλου μεγέθους και πολεμούσαν με δόρυ 3-4 μέτρων. Για τις μάχες σώμα με σώμα, «εκ του συστάδην», χρησιμοποιούσαν τα ειδικής κατασκευής λακωνικά ξίφη τους. Σχετικά, τώρα, με το βάρος του σπαρτιάτικου οπλισμού δεν είναι εύκολο να γίνουν ακριβείς υπολογισμοί. Ξένος μελετητής σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί: «Οι περισσότεροι σύγχρονοι υπολογισμοί του βάρους του εξοπλισμού κυμαίνονται από είκοσι ως τριάντα κιλά για την πανοπλία, δηλαδή θώρακας, περικνημίδες, κράνος, δόρυ, ξίφος -ένα απίστευτο φορτίο για να το αντέξει ένας αρχαίος πεζός, ο οποίος και ο ίδιος δεν πρέπει να ξεπερνούσε σε βάρος τα εβδομήντα περίπου κιλά»[5] . Όσο για την ασπίδα, το κατ’ εξοχήν όπλο, ο ίδιος συγγραφέας παρατηρεί (σ. 103) ότι αυτή, πλην του μεταλλικού καλύμματος, είχε ξύλινο και δερμάτινο πυρήνα και ειδικά «κρατήματα». Το βάρος της, που καθοριζόταν από τη σωματική διάπλαση και την ηλικία του οπλίτη, κατά διάφορους υπολογισμούς έφθανε στα 30 έως 40 κιλά. Η λακωνική ασπίδα έφερε ως διακριτικό σήμα ένα τεράστιο κεφαλαιώδες Λ.

Η μακρά πολεμική παράδοση θέλει τις Λάκαινες μητέρες να παραδίδουν αυτές την ασπίδα στους γιούς τους, λέγοντάς τους την περιώνυμη φράση «ή ταν ή επί τάς». Δηλαδή, να επανέλθει ζωντανός με αυτή ή σε περίπτωση ήττας να έρθει νεκρός πάνω σε αυτή. Αντίληψη που δύσκολα σήμερα μπορεί να κατανοηθεί. Όπως επίσης ακατανόητος φαίνεται και ο στολισμός της κεφαλής των Σπαρτιατών προ της μάχης, για να είναι ωραίοι, όταν θα αντικρίσουν το θάνατο! Αλίμονο δε σε εκείνους που έδειχναν δειλία προ του εχθρού. Ονομαζόταν χλευαστικά «τρέσαντες» (=τρέμοντες). Τόσο αυτοί οι ριψασπίδες όσο και η οικογένειά τους δεν είχαν καμία υπόληψη στην πόλη. Γενικά, πολεμική αρχή των Σπαρτιατών ήταν το «νικάν ή απόλλυσθαι» (=να νικούν ή να σκοτωθούν). Βραβεία ανδρείας ήσαν στεφάνια (όχι βέβαια χρυσά), δημόσιοι έπαινοι και μια ζώνη σκυτίνη (=δερμάτινη)! Για αυτό, άλλωστε, «στη Σπάρτη αξιοσημείωτο φαινόμενο δεν ήταν να είναι αλλά το να μην είναι κανείς γενναίος»[6].

Πάντως, αυτό που κατέστησε περιώνυμη την Σπάρτη δεν ήταν μόνο η γενναιότητα, η αυτοθυσία και η ρωμαλεότητα των ανδρών της, όσο η οργάνωση της φάλαγγας, η οποία εκινείτο στο πεδίο της μάχης σαν ένας έμψυχος σιδερένιος μηχανισμός. Η σπαρτιάτικη φάλαγγα ήταν μια συμπαγής σιδηροφορεμένη μάζα, σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, που βάδιζε με ρυθμικό βήμα στη μάχη υπό τον ήχο αυλών ή άλλων διερεθιστικών οργάνων. Το