Ιστορικός - Συγγραφέας

Από τη Σπαρτιατική Φάλαγγα ως τη Ρωμαϊκή Λεγεώνα

Πηγή: 
Αεροπορική Επιθεώρηση, τ. 89, Ιούλιος 2010

τον θαυμασμό του Ξενοφώντα»[3] .

Η Σπάρτη, όπως γράφουμε στην δική μας δίτομη ιστορία της πόλης αυτής, δημιούργησε τον πρώτο τακτικό στρατό του αρχαίου κόσμου, ένα στρατό επαγγελματικό αλλά χωρίς μισθό, στον οποίο ο πολίτης ήταν διά βίου (μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του) και για όλο το διάστημα της ημέρας οπλίτης. Έτσι μπορεί η Σπάρτη να μην ανέδειξε πολίτες πολιτικούς, ανέδειξε πάντως πολίτες στρατιωτικούς που ύψωσαν την πολεμική τέχνη σε επίπεδο επιστήμης. Χωρίς να λείπει από τους στρατιωτικούς της ηγήτορες και το στοιχείο της πολιτικότητας.

Γενικά, ο χαρακτήρας της σπαρτιάτικης πολιτείας ήταν καθαρά στρατιωτικός. Η Σπάρτη ήταν μια πόλη-στρατόπεδο και γι’ αυτό είναι λάθος να ζητάμε από αυτή, τουλάχιστον στην κλασσική εποχή, αυστηρή ρυμοτομία. Οι λεγόμενες κώμες που απάρτιζαν τη Σπάρτη δεν πρέπει να εκλαμβάνονται σαν χωριά ή σαν συνοικισμοί αλλά περισσότερο σαν στρατιωτικές βάσεις. Ασφαλώς ήταν οικισμοί, κατά βάση όμως ήταν στρατιωτικοί πυρήνες. Μπορεί ο Ηρόδοτος να ονομάζει τις σπαρτιάτικες κώμες, δήμους, κατά αναλογία προς τα συμβαίνοντα στην Αθήνα, αλλά οι κώμες των Σπαρτιατών δεν είχαν διοικητικό -ή μόνον διοικητικό-, είχαν πρωτίστως στρατιωτικό χαρακτήρα. Διότι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (αποσπ. 498), ο στρατός των Σπαρτιατών απαρτιζόταν από πέντε λόχους, που προέρχονταν από τις κώμες αυτές. Κι επειδή οι λόχοι έπρεπε να έχουν ίσο αριθμό ανδρών, εξυπακούεται ότι οι κώμες αυτές είχαν τοπικό χαρακτήρα μόνον αρχικά. Αφότου μάλιστα σχηματίστηκε ένα πολιτικό κέντρο (Γερουσία, Έφοροι, Βασιλείς) ήταν φυσικό πέριξ του κέντρου αυτού να υπάρχει πολυπληθέστερο ανθρώπινο δυναμικό.

Οι λόχοι των Σπαρτιατών έφεραν τα ακόλουθα ονόματα: Αρίμας ή Σαρίνας, Σίνης, Πλόας, Μεσσοάτης, Εδωλός ή Αιδωλός. Οι αυξανόμενες στρατιωτικές ανάγκες, επέβαλαν κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα και τον σχηματισμό έκτου λόχου. Ταυτόχρονα ή λίγο μετά, αλλάζει και η δομή του σπαρτιάτικου στρατού και εμφανίζεται η γνωστή σπαρτιάτικη ονομασία «μόρα», δηλαδή μοίρα, όχι βέβαια με την έννοια της ειμαρμένης αλλά με την έννοια του μέρους (από το μοιράζω), του τμήματος, δηλαδή της μεγάλης στρατιωτικής μονάδος.

Σε «μόρες» χωρίστηκε και το σπαρτιάτικο ιππικό, υποδιαιρούμενο σε μονάδες 50 ιππέων, τους λεγόμενους «ουλαμούς». Αποστολή του σπαρτιατικού ιππικού, περιορισμένου πάντα αριθμητικά, ήταν να καλύπτει σε ώρα μάχης τα πλευρά της φάλαγγας, το κύριο σώμα μάχης. Κάθε «μόρα» πεζών ήταν χωρισμένη σε λόχους. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς τον αριθμό των ανδρών μιας «μόρας». Οι πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων ποικίλλουν. Άλλωστε, όπως γράφει ο Θουκυδίδης, στη Σπάρτη ίσχυε ως στρατιωτικός κανόνας το «της πολιτείας το κρυπτόν». Δηλαδή η απόλυτη μυστικότητα. Μπορούμε πάντως να εικάσουμε ότι μια «μόρα» σε πληρότητα είχε περί τους 1000 άνδρες. Σε περίπτωση μέτριου κινδύνου δεν ξεπερνούσε τους 600. Οι διοικητές των «μορών» (=μοιρών) έφεραν την ονομασία πολέμαρχοι και των λόχων λοχαγοί.

Οι μόρες-μοίρες, όπως και οι λόχοι είχαν μικρότερες υποδιαιρέσεις. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (5, 68, 5), κάθε λόχος χωριζόταν σε τέσσερις «πεντηκοστύες» (μονάδες 50 ανδρών) και κάθε πεντηκοστύς περιλάμβανε τέσσερις «ενωμοτίες». Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι η λέξη ενωμοτία παράγεται από το ρήμα όμνυμι =  ορκίζομαι, κάτι που μας οδηγεί στη σκέψη ότι η ενωμοτία ήταν ο αρχικός πυρήνας του σπαρτιάτικου στρατού, αποτελούμενου από άνδρες που ήσαν στενά δεμένοι μεταξύ τους με όρκο. Άρα, ο στρατιωτικός