Ιστορικός - Συγγραφέας

Αισχρολογία: η κουλτούρα της ντροπής

Πηγή: 
Ευθύνη

πρώτα μαθήματα αισχρο­λογίας διδάσκεται σήμερα το παιδί «κατ' οίκον» από τους οικείους. Η «μοντέρνα» οικογένεια θέλησε να αποτινάξει το «ζυγό» της καλής συμπεριφοράς, των καλών τρό­πων, που τα μέλη της είχαν —και μάλιστα με αυστηρές τιμωρίες— διδαχθεί παλιά, για να μάθουν να λένε μόνο «καλά λόγια». Σήμερα στο οικογενειακό πλαίσιο κυριαρ­χούν, σε μεγάλο βαθμό, τα «κακά λόγια». Ένας περίπατος με τ' αυτοκίνητο του μπα­μπά δίνει την ευκαιρία στο μικρό παιδί να πλουτίσει το «θρησκευτικό» και σεξουαλι­κό λεξιλόγιό του. Τον μπαμπά ακολουθεί κατά πόδας και η μαμά. Διότι η σύγχρονη γυναίκα, για να δείχνει χειραφετημένη, πρέπει να αισχρολογεί σαν παλαιός καραγωγέας. Σήμερα τα κορίτσια ανταγωνίζον­ται σε αισχρόλογα τ' αγόρια. Η αιδώς ανή­κει πλέον στο παρελθόν.

Οι σύγχρονες μεγαλουπόλεις και ο ασφυκτικός τρόπος ζωής έχουν προδια­γράψει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των νέων. Ο παθογενής πολιτισμός μας, με την αγωνία, την ένταση και την ανομία που γεννά, είναι παράγοντας που ευνοεί την εκρηκτική λεκτική συμπεριφορά. Όταν δεν έχεις λόγο να ευχαριστήσεις, σου έρχεται να βλαστημήσεις. Ο νέος συμπιέζεται. Από πολλούς η βλαστήμια θεωρείται σαν εντύπωση, κάτι σαν δικλίδα ασφαλείας. Ανακουφίζει, λένε, ψυχικά. Είναι η σύγχρονη μορφή εξομολόγησης. Γι’ αυτό άλλωστε έχει τόσες ...θρησκευτικές αναφορές!

Κοντά σ' αυτό έρχεται να προστεθεί και η διάψευση των νεανικών ελπίδων, το συναίσθημα της απογοήτευσης και της απελπισίας, που ανοίγει το δρόμο σε μια αρνητική, επιθετική συμπεριφορά, με κύριο χαρακτηριστικό τη βλαστήμια. Αυτό ενι­σχύεται και από την συμβολή άλλων, που θεωρούν την αισχρολογία σαν απελευθέρω­ση και σαν πράξη αντίδρασης κατά του κοινωνικού και πνευματικού κατεστημέ­νου. Η μοντέρνα λογοτεχνία, κυρίως αυτή που γράφεται από νέους και απευθύνεται σε νέους, έχει σαν βασικό γνώρισμα την αισχρολογία, σήμα κατατεθέν μιας νέας εκφραστικής φόρμας, που θα μπορούσε να ονομασθεί «Επανάσταση της Γλώσ­σας». Έτσι η γλώσσα των μαστροπών καθορίζει το σύγχρονο νεανικό γλωσσάρι. Μερικοί νεαροί —και νεαρές— χρησιμο­ποιούν το βορβορώδες αυτό λεξιλόγιο σαν αυτοεπιβεβαίωση. Είναι, κατά την άποψή τους, δείγμα ωριμότητας!

Όμως η «τριτοβάθμια εκπαίδευση χυδαιολογίας» συντελείται στα γήπεδα, κυρίως καλαθόσφαιρας και ποδοσφαίρου. Οι νέοι εδώ εθίζονται να υβρίζουν χορω­διακά, ομαδικά, ωσάν ν' αποτελούν μέλη μιας απέραντης συμφωνικής ορχήστρας, από την όποια δεν λείπουν ούτε οι «μαέ­στροι», ούτε οι «σολίστες», ούτε φυσικά τα κρουστά και πνευστά όργανα. Οι ανταλλα­γές ύβρεων, που θα έκαναν κι έναν μαρκή­σιο ντε Σαντ να ερυθριάσει, μέσω της τηλοψίας, μεταφέρονται και στα σπίτια μας. Έτσι το νέο παιδί έχει την ευκαιρία να γνωρίσει κάθε νέα λεκτική επίδοση στον τομέα της χυδαιολογίας. Οι λεξικογράφοι στο μέλλον θα διαπιστώσουν ότι η τρέχου­σα ελληνική συρρικνώνεται σε λέξεις που αναφέρονται σε αφηρημένες ή ηθικές έννοι­ες, ενώ αντίθετα εμφανίζει πλούτο σε λέ­ξεις ύβρεως, χλεύης και χυδαιότητας σημαντικές.

Για να περιοριστεί το κακό πρέπει να γίνουν πολλά. Πρώτα-πρώτα να πάψει να θεωρείται η αισχρή λέξη «μαγκιά» και η «μαγκιά» να πάψει να ταυτίζεται με το ελληνικό ήθος. Διότι «μάγκας» ονομαζό­ταν κάποτε αυτός που εξασφάλιζε τα προς το ζην από την «εργασία» γυναικών υπό­πτου ηθικής και από την παροχή προστα­σίας σε όχι ιδιαίτερα ευηπόληπτους οίκους. Είναι επίσης αναγκαίο να τεθεί κάποιος φραγμός στη λεκτική ρύπανση που εκπέμ­πουν διάφορα Μ.Μ.Ε. και να μη θεω­ρείται μορφή λογοτεχνικής πρωτοπορίας ό,τι μπορεί να έχει γράψει κι ένας επαγγελ­ματίας προαγωγός. Ας προσεχθεί από τους νέους αυτό: δεν είναι δείγμα λαϊκότη­τας το να αισχρολογεί κανείς. Είναι δείγμα λαϊκισμού, και ο λαϊκισμός είναι επίφαση λαϊκότητας ή μια ανάπηρη λαϊκότητα. Ο λαός μας στις καλές στιγμές του είναι σε­μνός. Στα δημοτικά τραγούδια μας λείπουν οι αισχρές λέξεις. Μόνο σε κάποια περιθω­ριακά άσματα, που σπάνια λέγονταν δημό­σια, μπορεί να βρει κανείς αφοδευτικό λεξιλόγιο. Συχνά βέβαια άνθρωποι του λαού βρίζουν ή βλαστημούν, αλλ' υπό ειδι­κές συνθήκες ή υπό το κράτος οργής. Η συχνή χρήση των ύβρεων και των αισχρολογιών τις αποδυναμώνει σημασιολογικά. Τις κάνει ρουτίνα. Έτσι χάνουν την εκρηκτικό­τητά τους, όταν λέγονται σε κάποιες κατα­στάσεις που δικαιολογούνται να λέγονται.

Ακόμη η γλωσσική συμπεριφορά δεν μπορεί να καθορίζεται από τους νόμους της αγοράς. Ήδη η αγορά έχει αρχίσει να νοσταλγεί την ευγενική συμπεριφορά. Οι επιχειρήσεις ζητούν νέους ευπρεπείς, ευ­γενείς, που να μπορούν να χρησιμοποιούν ένα εκλεπτυσμένο λεξιλόγιο. Το δήθεν μον­τέρνο τραγούδι που έκανε —και αναχρονι­στικά εξακολουθεί να κάνει— έμβλημα την αισχρολογία, περνάει κρίση και αντιμετω­πίζεται με ειρωνεία. Είναι πολλοί περισσό­τεροι αυτοί που νοσταλγούν και αναζη­τούν τον κομψό στίχο και τη μελωδία. Όχι την κραυγή που δήθεν εκφράζει μια εξεγερτική στάση ζωής. Βέβαια η μεγάλη ευθύνη πέφτει στην οικογένεια και στο σχολείο. Απαιτείται όχι απλώς γλωσσική απορρύ­πανση αλλά μια σταυροφορία για μια νέα γλωσσική παιδεία. Απαιτείται ένα κίνημα κοινωνικο-πολιτιστικό, για να σωθεί η κουλ­τούρα της γλώσσας, πράγμα που θα οδηγήσει σε μια άλλη γλωσσική συμπεριφορά.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η κατά­σταση θα βελτιωθεί με την αναβάθμιση της γλωσσικής παιδείας. Αν μείνουμε στους τύπους, τότε μπορεί τα παιδιά να αισχρολογούν σε πιο προχωρημένο γλωσσικό επί­πεδο, όπως συνέβη με την εκμάθηση της αγγλικής. Σήμερα όλα τα αισχρά «γκράφιτι» —κυρίως στους τοίχους των σχολείων— είναι γραμμένα σε σχεδόν άψογη αγγλική. Μερικά ελληνικά είναι ανορθόγραφα.

Όταν, λοιπόν, μιλάμε για πολιτική γλωσσικής παιδείας, εννοούμε μία οικείωση του γλωσσικού ήθους, που συνιστά μορ­φή πολιτισμού. Η γλώσσα δεν μαθαίνεται αποκλειστικά με κανόνες, αλλά —κυ­ρίως— μέσω μιας πνευματικής συμπε­ριφοράς. Το ελληνόπουλο έχει μια παράδο­ση παλληκαριάς. Πρέπει να του εξηγηθεί πειστικά ότι η αισχρολογία και η βρισιά είναι το καταφύγιο του δειλού.