Ιστορικός - Συγγραφέας

«Χῖος βόλος» (Στὸν καπετάν Παναγιώτη Τσάκο)

Πηγή: 
Κόντρα

Oἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμοῦνται ἀσφαλῶς τὸ στίχο λαϊκοῦ ἄσματος, ποὺ ἦταν δηλωτικὸς ἀτυχίας ἤ ἀστοχίας: «Γιὰ μᾶς τὰ ντόρτια κι οἱ διπλὲς καὶ γι’ ἄλλους οἱ ἑξάρες». Ντόρτια ἀπὸ τὸ τουρκικὸ dort (=τέσσερα), εἶναι στὴ γλῶσσα τῆς πιάτσας οἱ «τεσσάρες» στὸ ρίξιμο τῶν ζαριῶν. Καὶ μπορεῖ τὸ παιχνίδι αὐτὸ νὰ θεωρεῖται περσικὸ, κάτι ποὺ ἐξηγῶ στὸ βιβλίο μου «Οἱ Πέρσες καὶ ἐμεῖς», ὡστόσο κάτι ἀνάλογο ἦταν γνωστό καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Πρόκειται γιὰ τὸ παιχνίδι τῶν ἀστραγάλων, ποὺ παιζόταν ὥς τὰ παιδικὰ μου χρόνια καὶ εἶχε τὴν ὀνομασία «κότσι-κότσια». Οἱ ἀστράγαλοι δὲν ἦταν παιχνίδι μόνο γιὰ παιδιὰ ἀλλὰ καὶ γιὰ μεγάλους. Οἱ παῖκτες ἀρχικὰ χρησιμοποιοῦσαν τοὺς φυσικοὺς ἀστραγάλους ζώων, τὰ «κότσια», ἀλλὰ σταδιακὰ ἄρχισαν νὰ κατασκευάζουν καὶ τεχνητοὺς ἀπὸ πηλὸ, ἐλεφαντοστὸ καὶ μέταλλο. Ὅπως διαβάζω στὸ θαυμάσιο βιβλίο τῶν Donna Kurtz καὶ John Boardman «Ἔθιμα ταφῆς στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο» (ἐκδ. Καρδαμίτσα 1994, σ. 370), κάθε ἀστράγαλος εἶχε τέσσερεις πλευρές ἐπίπεδες καὶ δύο κυρτὲς. Οἱ ἐπίπεδες πλευρὲς εἶχαν στίγματα. Ἡ πλευρὰ ποὺ εἶχε ἕνα στίγμα ἦταν στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ποὺ εἶχε ἕξι στίγματα καὶ ἡ πλευρὰ μὲ τὰ τρία στίγματα ἦταν ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλευρὰ μὲ τὰ τέσσερα στίγματα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ σημερινὰ ζάρια. Ἔλειπαν οἱ ἀριθμοὶ δύο καὶ πέντε. Τὸ παιχνίδι γινόταν μὲ τέσσερεις ἀστραγάλους, γινόταν ὅμως καὶ μὲ λιγώτερους. ἀκόμη καὶ μὲ ἕναν. Στὸ παιχνίδι μὲ τέσσερις ἀστραγάλους ἡ καλύτερη «ριξιὰ» («ἄριστος βόλος») ἦταν αὐτὴ ὅπου κάθε ἀστράγαλος ἔδειχνε διαφορετική πλευρά. Αὐτὴ ἡ ριξιὰ λεγόταν Ἀφροδίτη, Μίδας ἤ καὶ Ἡρακλῆς. Ἡ χειρότερη ἦταν αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία καὶ οἱ τέσσερις ἀστράγαλοι ἔδειχναν τὴν ἴδια πλευρά. Στὴν περίπτωση αὐτὴ, λένε οἱ ξένοι μελετητὲς, σὲ πλεονεκτικώτερη θέση βρισκόταν αὐτὸς ποὺ ἔφερνε τὸν ἀριθμό 6 καὶ στοὺς 4 ἀστραγάλους («ἑξάρες»), ἐνῶ σὲ μειονεκτικώτερη αὐτὸς ποὺ ἔφερνε τὸν ἀριθμό 1, δηλαδὴ τὸν ἄσσο. Τοῦτο δείχνει ὅτι κάθε πλευρὰ εἶχε τὴν ἀνάλογη ἀξία. Ἔτσι ὁ «βόλος» (=ριξιὰ) πού ἔφερνε τὸν ἀριθμό 6 λεγόταν Κῶος ἤ ἐξίτης. Ἀντίθετα, χειρότερος βόλος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔφερνε τὴν πλευρὰ μὲ τὸν ἀριθμό 1. Τοῦτος ὁ βόλος λεγόταν κύων (=σκύλος) ἤ Χῖος. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμός εἶχε μεγαλύτερη ἀξία ὅταν τὸ παιχνίδι γινόταν μὲ ἕναν ἀστράγαλο. Τὸ ρίξιμο τῶν ἀστραγάλων γινόταν εἴτε μὲ τὴν παλάμη εἴτε μὲ ἕνα μικρὸ κουτὶ (πυξίδα) ποὺ λεγόταν πύργος.

Ὅπως καὶ σήμερα τὸ μπαρμπούτι (ἀπὸ τὸ τουρκικό barbut), ὅμοια καὶ οἱ ἀστράγαλοι στὴν ἀρχαιότητα εἶχαν μανιώδεις παῖχτες. Ἕνας τέτοιος ἦταν καὶ κάποιος Πεισίστρατος (ὄχι βέβαια ὁ τύραννος τῶν Ἀθηνῶν), γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λεωνίδας ὁ Ταραντίνος ἔγραψε τὸ ἀκόλουθο ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα:

«Τὶ στοχασώμεθὰ σου Πεισίστρατε, Χῖον ὁρῶντες

γλυπτὸν ὑπέρ τύμβου κείμενον ἀστράγαλον;

Ἦ ρὰ γε μὴν ὅτι Χῖος; ἔοικε γάρ. Ἤ ρ’ ὅτι παίκτας

ἦσθᾶ τις, οὐ λίην δ’ ὦ ’γαθὲ, πλειστοβόλος;

Ἤ τὰ μὲν οὐδὲ σύνεγγυς, ἐν ἀκρήτῳ δὲ κατέσβης

Χίῳ; Ναὶ δοκέω, τῷδε προσηγγίσαμεν».

Γιὰ πληρέστερη κατανόηση δίνουμε μιὰ ἐλεύθερη μετάφραση: « Τὶ νὰ σκεφτοῦμε γιὰ σένα, Πεισίστρατε, βλέποντας πάνω στὸ μνῆμα σου νὰ ἔχει σκαλιστεῖ Χιώτικος ἀστράγαλος; Μήπως διότι ἤσουν Χιώτης; Ἔτσι φαίνεται. Ἤ, μήπως γιατί ἤσουν παίκτης, καλὲ μου, ὄχι πολύ καλὸς στὸ ρίξιμο τῶν ἀστραγάλων; Ἤ, μήπως ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι κοντὰ στὴν ἀλήθεια κι ἐσὺ ἔσβησες σὲ ἄκρατο (ἀνέρωτο) χιωτικό κρασί; Ναί νομίζω, μ’ αὐτὸ φθάσαμε κοντὰ στὴν ἀλήθεια». Δηλαδή ὁ «πλειστόβολος» Πεισίστρατος ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ ὄχι ἀπὸ τὶς χιώτικες βολές του ἀλλὰ ἀπὸ τὸ χιώτικο κρασί. Ὁ ποιητὴς κάνει ἕνα εὐφυὲς λογοπαίχνιο, ἀφοῦ Χῖος ὀνομαζόταν καὶ ὁ κάτοικος τῆς Χίου ἀλλὰ καὶ ὁ ἄσσος, ἡ κακὴ ριξιὰ, στὸ παιχνίδι τῶν ἀστραγάλων. Ὅσο γιὰ τὸ κρασὶ ἀξίζει νὰ λεχθεῖ ὅτι Χίος λεγόταν κι ἕνα εἶδος οἰνοχόης. Καὶ ποιὸ τὸ συμπέρασμα; Σύμφωνα μὲ τὸ προαναφερθὲν βιβλίο, εἶναι τὸ ἀκόλουθο: «Ἔπαιξες κι ἔφερες ἄσσο (Χῖον ὀβολὸν) καὶ πέθανες, ἀφοῦ ἤπιες χιώτικο κρασὶ». Μὲ τὴν ἐρμηνεία αὐτὴ διαφωνῶ, διότι τὸ χιώτικο κρασὶ –καὶ τὸ ἔχω συχνότατα γευθεῖ– δὲν εἶναι πρὸς θάνατο, ὅσο κι ἄν πιεῖς. εἶναι πρὸς ἀθανασία!

Ὁ ἀναγνώστης βέβαια θὰ ἀπορήσει καὶ πιθανῶς νὰ ἐρωτήσει: Τέτοια ὥρα, τέτοια λόγια; Ἀσφαλῶς, τέτοια λόγια ποὺ εἶναι ἡ καλύτερη πολιτικὴ μας ἀνάλυση. Δυστυχῶς –κι ὄχι μόνο στὸν παρόντα καιρὸ– ἡ εὐστοχία μας στὴν πράσινη τσόχα τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μοιάζει μὲ Χῖον βόλον, δηλαδὴ ἄσσο, ποὺ δὲν ἔχει τὴ δύναμη τοῦ ἄσσου τῆς τράπουλας. Ἡ παλάμη τοῦ Ἕλληνα ἔγινε ἐπιδέξια γιὰ ἄλλα πράγματα (π.χ. μούτζωμα) ἀλλὰ ὄχι γιὰ εὔστοχες βολὲς (=ριξιὲς). Καὶ μπορεῖ στὸ «ρίξιμο» νὰ κάνουμε τὸν σπουδαῖο, ἀλλὰ μᾶς τὶς ρίχνουν συστηματικὰ ἀκόμη καὶ οἱ Ἀλβανοὶ μὲ τοὺς Σκοπιανοὺς. Ἀφήνω πιὰ τοὺς Τούρκους ποὺ μὲ τοὺς πρόσφυγες μᾶς χορεύουν στὸ ταψί. Βέβαια, «βοηθειὰ καὶ σκέπη μας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Ἐλύτης εἶναι οἱ Εὐρωπαῖοι σύμμαχοί μας. Ἡ μέχρι τώρα προσφορὰ τους μοῦ θυμίζει διαφήμιση ἀμερικανικοῦ γραφείου κηδειῶν: «Πεθάνετε! Ὅλα τ’ ἄλλα τ’ ἀναλαμβάνουμε ἐμεῖς»!