Ιστορικός - Συγγραφέας

«Πλειάς»: μία ναυτική τραγωδία προ των Πατρών

Πηγή: 
Πολιτική Φιλολογική Πατρών

Το κείμενο, που ακολουθεί, γραμμένο διά χειρός Σαράντου Καργάκου, μας εστάλη ευγενώς και παρατίθεται επ’ ευκαιρία της κατά Οκτώβριον ενάρξεως για την Ελλάδα του β΄ παγκοσμίου πολέ­μου και εις μνήμην των νεκρών του αγώνος αυτού.

Όσοι έχουν ασχοληθή με την μυθο­λογία, θα ενθυμούνται ότι Πλειάδες λέ­γονταν οι θυγατέρες του Άτλαντος, που έγιναν φωτεινά σώματα στον ουρανό και απετέλεσαν τον αστερισμό της Πλειάδος. Ήταν επτά τον αριθμό. Μία απ’ αυτές ήταν η Ταϋγέτη που έδωσε το όνομά της στο ξακουστό βουνό της Λακωνίας κι από τη σύζευξή της με τον Δία γέν­νησε τον Λακεδαίμονα, που με τη σειρά του έδωσε το όνομά του στο βασικό κορ­μό της Λακωνικής. Όσοι πάλι έχουν ασχοληθεί με τη φιλολογία, γνωρίζουν ότι «Πλειάς» λεγόταν όμιλος επτά Γάλ­λων ποιητών υπό τον Πιέρ Ρονσάρ, οι οποίοι κατά τον 16ο αιώνα έθεσαν σαν στόχο τους την προάσπιση, την ανάπτυξη και τον εξωραϊσμό της γαλλικής γλώσ­σας και λογοτεχνίας. Ένα οιονεί «μανι­φέστο» της «Πλειάδος» μπορεί να θεω­ρηθεί το έργο που εξέδωσε ένα από τα μέλη της, ο Ιωακείμ ντυ Μπελαί, υπό τον τίτλο «Άμυνα και στολισμός της γαλ­λικής γλώσσας».

Μόνον, όμως, αυτοί που έχουν ασχο­ληθεί με τη νεώτερη ναυτική ιστορία της Ελλάδας –και μάλιστα του Β΄ Παγκο­σμίου πολέμου– γνωρίζουν την τραγω­δία ενός πλοίου της ελληνικής υπηρε­σίας φάρων που έφερε αυτή την ονομασία. Το πλοίο αυτό είχε ναυπηγηθεί στην Τεργέστη το 1926, είχε μήκος 50 μ. και είχε αποστολή να συντηρεί και να εφοδιάζει τους φάρους που είναι εγκα­τεστημένοι στις αιχμηρές βραχοακτές της πατρίδος μας –που δεν είναι λίγες– ή τους φάρους των λιμανιών μας. Μπο­ρούσε, όμως, σε καιρό πολέμου να με­ταβληθεί σε ρυμουλκό, σε ναρκοθέτιδα και σε βοηθητικό πλοίο πολέμου. Και αυτό έγινε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Στη διάρκεια της γερμανικής εισβολής το «Πλειάς» συνέδεσε τη μοίρα του με το νοσοκομειακό πλοίο «Ελληνίς», το οποίο την 21η Απριλίου 1941 είχε απο­πλεύσει από την Αμφιλοχία (Καρβασαρά), μεταφέροντας 278 τραυματίες. Οι 100 από αυτούς, λόγω βαρυτάτων τραυμά­των, μεταφέρονταν επί κλίνης. Κυβερ­νήτης του πλωτού νοσοκομείου ήταν ο Χαρίλαος Ρεβίδης, πλωτάρχης, έφεδρος εκ μονίμων.

Το «Ελληνίς» βρισκόταν πλέον εν πλω, όταν στις 11 π.μ. δέχθηκε την επίθεση ενός αεροπλάνου, το οποίο έβαλε καταιγιστικώς κατ’ αυτού με τα πολυβόλα του, και με ρίψη βομβών. Η επίθεση έγι­νε νότια της νησίδας Σκρόφα στον Πα­τραϊκό κόλπο. Ο κυβερνήτης, με οφιοειδείς ελιγμούς, απέφυγε τις βόμβες, αλλά από τους πυροβολισμούς είχε έναν τραυματία. Επί προσθέτως, οι κραδασμοί που προκλήθηκαν από την ρίψη των βομβών, δημιούργησαν ρωγμές στο σκά­φος που άρχιζε να «κάνει νερά». Μία λύ­ση ήταν να στραφεί προς το Μεσολόγγι αλλά και εκεί άλλο γερμανικό αεροπλά­νο στην περιοχή Θολή έβαλε κατά του ρυμουλκού του φράγματος. Ούτε ήταν δυνατόν να ρίξει το πλοίο σε κάποια αμμουδερή ακτή, διότι οι κατακεκλιμένοι τραυματίες που μετέφερε, έπρεπε συ­νεχώς να βρίσκονται σε οριζόντια θέση.

Έτσι προτίμησε να αγκυροβολήσει στον κολπίσκο της Οξειάς και άρχισε με τον ασύρματο να ζητεί αεροπορική προ­στασία, που όμως, λόγω συνθηκών, ήταν δύσκολο να παρασχεθεί. Επί πλέον δια­πίστωσε ότι οι αντλίες του πλοίου δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των διαρ­ροών. Το νερό ανέβαινε συνεχώς. Και τότε ο Ρεβίδης πήρε την τολμηρή από­φαση να κατευθυνθεί