Ιστορικός - Συγγραφέας

«Παιδική Πασχαλιὰ» (Ἀφιέρωμα στὸν Παπαδιαμάντη)

Πηγή: 
Κόντρα

Το 'πα καὶ τὸ ξαναλέω, Πάσχα χωρίς Παπαδιαμάντη δὲν γίνεται. Ὁ  Παπαδιαμάντης εἶναι ὁ Ὅμηρος τῆς ἑλληνικῆς πεζογραφίας. Κατὰ τὴν τελευταία 20ετία, ἀλλὰ καὶ πρίν, σὲ ὅσα ἔντυπα ἀρθρογραφῶ κάτι θὰ βρῶ σὲ τοῦτον τὸν ἀείροο ποταμό γιὰ νὰ γράψω «κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας», ὅπως τὶς ἔλεγε ὁ ἴδιος στὸν συγκλονιστικὸ γιὰ τὶς παρεκβολὲς του «Λαμπριάτικο ψάλτη». Ὁ  Παπαδιαμάντης καὶ στὰ ἑορταστικὰ του διηγήματα δὲν μένει στὸ θρησκευτικὸ στοιχεῖο, ἴσως μάλιστα αὐτὸ νὰ εἶναι ἐπίφαση γιὰ νὰ δείξει τὸ κοινωνικό –συχνὰ καὶ τὸ πολιτικὸ– ἀτμοσφαιρικὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦν καὶ δροῦν οἱ ἥρωές του. Φέτος θά ἀναφερθῶ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα διηγήματα τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα, χωρίς, ὡστόσο, νὰ εἶναι ὄμορφες οἱ καταστάσεις ποὺ βιώνουν οἱ δύο τραγικὲς παιδικὲς ὑπάρξεις, ἡ Μόρφω καὶ ἡ ἀδερφός της Εὐαγγελινὸς, «νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς», ποὺ ἦταν ἡ πρὸ ἔτους ἀπώλεια τῆς μητέρας τους στὴ γέννα κατὰ τὸ προηγούμενο ἔτος: «Ἡ λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρο μανδήλιον, τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιὰ ἐνεθυμεῖτο τὸ περισυνὸν Πάσχα ὅταν ἡ μητέρα της ἑτοίμαζε τὰ πασχαλινά ἐδέσματα, τότε ποὺ θά ἐρχόταν “ἡ κουούνα (=κουρούνα) νὰ φέῃ τὸ τσί, τσί (=κρέας), ὅπως ἔλεγε ψευδίζοντας ὁ Εὐαγγελινός. Ἦλθε κάποτε ἡ νύκτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἀλλὰ ἀφήνουμε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ μᾶς τὰ πεῖ μὲ τὴν ἀνυπέρβλητη γραφή του:

«Ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κι ἐνῶ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ “ὦ γλυκύ μου ἔαρ” καὶ ἄλλα παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀναμμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει (=κινοῦσε) ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, “ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!” καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, “οἴμοι! γλυκύτατε Ἰησοῦ!” Τὰ δὲ παιδία, προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!».

Καὶ μᾶς ἦλθε ἡ νύκτα τῆς Ἀναστάσεως καὶ κατὰ τὸ ἔθιμο, πρὸ τοῦ «Χριστὸς ἀνέστη», ἀνέστη μέγας καβγάς καὶ τὸ ποιὸ νορόσι εἶχε τὴν ὀμορφότερη λαμπάδα. Ὁπότε ἄρχισε μιὰ λαμπαδοχία. «Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ αἱ δύο». Ἐκείνη ἡ Πασχαλιὰ ἦτον ἡ πιὸ εὐτυχισμένη γιὰ τὰ δύο παιδιά. Ἡ μητέρα ἔστρωσε τραπέζι πλουσιώτατο, ὅπου εἶχε πάνω ὅλα τὰ ἀγαθὰ, «ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα» καὶ ἄρχισαν τὸ τσούγκρισμα τῶν αὐγῶν. «Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!». Σὲ λίγο τὰ παιδιὰ γεύτηκαν τὴ πίκρα τῆς ὀρφάνιας. Ὁ πατέρας τους, ὁ καπετάν Κομνιανὸς μὲ τὸν 12ετῆ γυιὸ του ταξίδευαν μακριὰ καὶ τὰ παιδιὰ μεγάλωναν κοντὰ στὴ σπαγγοραμμένη, ἀσθενομανῆ καὶ ἀείποτε βογγῶσα γιαγιά τους, ἡ ὁποία «ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ νά ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της». Τὸ ἑπόμενο Πάσχα βρῆκε τὰ παιδιά χωρίς μητέρα. Ἡ  Κομνινάκαινα δὲν ἀπέθανε. Ὁ γυιὸς της ἔφθασε «ἀπόπασχα» μὲ τὸ γολετί, ἀλλὰ καθότι 40 ἑτῶν ἔστριβε τὸν μύστακα πρὸς ἀνεύρεση νέας συζύγου. «Ἀλλά διὰ τὰ δύο παιδιὰ θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου ἡ γλυκεῖα ἡ παιδικὴ πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ποτέ». Γι’ αὐτὴν ἡ Πασχαλιὰ ἦταν πάντα δεμένη μὲ τὴν ἀνάμνηση τῆς μητέρας της. Καὶ τότε ὁ Παπαδιαμάντης μέ ὅλη τὴ θρησκευτικὴ ἔξαρσή του ξεσπᾶ σ’ ἕναν δοξαστικό ὕμνο:

«Γλυκεῖα Πασχαλιά! Ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!.

Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλαν: «Ὦ Πάσχα τὸ ἱερώτατον, Χριστέ, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».

Ἔτσι κλείνει τὸ διήγημα «Παιδική Πασχαλιὰ» ὁ ἀοίδιμος Παπαδιαμάντης γιὰ νὰ ρίξει σταγόνα παρηγοριᾶς στὰ ὀρφανὰ ἀπὸ μητέρα παιδιά. Ὅπως ἡ Πασχαλιὰ εἶναι ἡ μητέρα τῆς χαρᾶς, ὅμοια καὶ ἡ μητέρα εἶναι τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωση. Τὶ σκέψη, ἀλήθεια, βαθειὰ ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μιὰ ζωὴ τὸν βασάνισαν ὁ θάνατος καἱ ἡ φτώχεια; Καὶ ὅμως αὐτὴ τὴ ζωὴ τὴν πέρασε ἄκαμπτος καὶ ἀπροσκύνητος. Φτωχὸς ἀπὸ χρήματα ἀλλὰ πλούσιος σὲ αἰσθήματα. Μπορεῖ νὰ προσκυνοῦσε τὶς εἰκόνες ἁγίων, ἀλλὰ δὲν προσκύνησε ποτὲ ἄνθρωπο. Ἄς τὸν θυμόμαστε τουλάχιστον τοῦτες τὶς ἄγιες μέρες.